Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Δεύτερη Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση - 1982 - Οι Κύπριοι ποιητές στη Θεσσαλονίκη


ΔΗΜΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Β.Ε.
Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση

Νεότεροι Κύπριοι Ποιητές (1960-1982)

Δημοτικό Θέατρο Κήπου

Σάββατο 5 Ιουνίου - 8.οο μ.μ.                         Κυριακή 6 Ιουνίου - 8.00 μ.μ.
                   
                                 Διαβάζουν ποιήματά τους οι:

- Θεοδόσης Νικολάου                                  - Ντίνα Κατσούρη
- Θεοκλής Κουγιάλης                                  - Πολύβιος Νικολάου
- Φοίβος Σταυρίδης                                      - Άνθος Λυκαύγης
- Πίτσα Γαλάζη                                            - Γιώργος Μολέσκης
- Έλλη Παιονίδου                                         - Νίκη Μαραγκού 
- Κυριάκος Χαραλαμπίδης                           - Νίκος Ορφανίδης
- Μιχάλης Πασιαρδής                                  - Λεύκιος Ζαφειρίου

                           Εισηγήσεις : Γιώργος Κεχαγιόγλου
                Ύστερα από τις αναγνώσεις θα γίνεται συζήτηση

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με τη Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Β. Ελλάδος και την  Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση, πιστεύοντας ότι η όξυνση της ποιητικής μας ευαισθησίας μας οδηγεί (όχι φυσικά από μόνη της αλλά οπωσδήποτε σταθερά και με πληρότητα) στην κοινωνική συνειδητοποίηση και ότι η ζωντανή επαφή ανάμεσα στον ποιητή και στον δέκτη της ποίησης – το κοινό - λειτουργεί θετικά (σε κάθε περίπτωση είτε άμεσα είτε έμμεσα), διοργάνωσε πέρυσι την Πρώτη Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση, στην οποία πήραν μέρος 16 ποιητές απ' όλη την Ελλάδα, που πρωτοεμφανίστηκαν στην εικοσαετία 1960-1980.

Στη φετινή Δεύτερη Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση, η παρουσίαση της ποίησης των χρόνων 1960 κ.ε. συμπληρώνεται με τη σημαντικότερη ελληνική «περιφερειακή» ποιητική παραγωγή έξω από την Ελλάδα, την Ελληνοκυπριακή. Έτσι καλύπτεται ένα μεγάλο κενό στην ενημέρωση του ελλαδικού κοινού σχετικά με τη σύγχρονη κυπριακή ποίηση και δίνεται η δυνατότητα σύγκρισης της ποίησης που αναπτύχθηκε στον ελλαδικό και κυπριακό χώρο μέσα στις τελευταίες δεκαετίες, κάτω από την καταλυτική επίδραση των ιστορικών και κοινωνικών γεγονότων της περιόδου. Στη συνάντηση παίρνουν μέρος 14 ποιητές από την Κύπρο, που πρωτοεμφανίστηκαν με βιβλίο τους στα χρόνια 1960-1980.
 (όλα αυτά περιλαμβάνονται σε ένα δίφυλλο που εξέδωσε ο Δήμος Θεσσαλονίκης τη χρονιά εκείνη)

Ακολουθούν αποσπάσματα από τις εντυπώσεις ενός από τους Κύπριους ποιητές σε ένα πρόχειρα
δακτυλογραφημένο ανώνυμο αλλά απόλυτα αληθινό και συγκινητικό κείμενο:

Ένας κρεμαστός κήπος γεμάτος ποιητές της Θεσσαλονίκης

«Η συγκίνηση άρχισε στο αεροδρόμιο της Λάρνακας, καθώς σιγά-σιγά μαζευόμαστε, οι ποιητές που θα  παίρναμε μέρος στην Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση της Θεσσαλονίκης. Κορυφώθηκε τις δυο επόμενες βραδιές στο Θέατρο του Κήπου, όπου οι δεκατέσσερις διαφορετικές ποιητικές φωνές μας ενώθηκαν κι έγιναν μια φωνή, η φωνή της Κύπρου, γεμάτη πάθος νεανικό αλλά και - σύμφωνα με τη γενική διαπίστωση - ποιοτική ωριμότητα. Την τρίτη μέρα, Κυριακή μεσημέρι, οι δεκατέσσερις μας μοιραστήκαμε σε διάφορα καλλιτεχνικά σπίτια της φιλόξενης Θεσσαλονίκης. Εκεί, λοιπόν, στη βεράντα της Ηλέκτρας και του Βασίλη Ιωαννίδη, η συμπυκνωμένη πια συγκίνηση μετατράπηκε σε μια σειρά από εξομολογήσεις .....

Στο τραπέζι λιχουδιές βαλκανικές. Πιπεριές, κολοκυθάκια, μουσακάς,η Ηλέκτρα το 'βαλε σκοπό να μας εντυπωσιάσει. Ανάμεσα στα τσουγκρίσματα του παγωμένου κρασιού, αρχίζεις να μετράς τις γλάστρες. Γρήγορα χάνεις τον λογαριασμός, παρδίνεσαι στη ματαιότητα της απόπειρας. Χιλιάδες οι γλάστρες και τα γλαστράκια.Ο κισσός, ξεκινώντας από ένα βαρέλι, αγκαλιάζει ολόκληρο τον τοίχο, και ανταγωνίζεται κάποιο άλλο αναρριχητικό. Γιασεμιά, κρίνα, γαζίες,γεράνια, ποιος το 'πε ότι όλα αυτά θέλουν γη για να γίνουνε, θέλουν απλώς αγάπη, ένας πράσινος ποταμός που ξεχειλίζει απ' όλες τις πλευρές κάτω από το μπαλκόνι, εισχωρεί και μέσα στο σπίτι, τα παράθυρα και τις ανοιγμένες μπαλκονόπορτες. - Αγαπώ τα λουλούδια, είναι η μόνη αδυναμία που δεν μπορώ να  καταργήσω για χάρη της ξεκούρασης μου, λέει η Ηλέκτρα απλά.

Η Ηλέκτρα αγαπά τα λουλούδια, η Ηλέκτρα και ο Βασίλης αγαπούν την τέχνη, εκείνη είναι φαρμακοποιός κι εκείνος γιατρός, μας έχουν αναλάβει υπό την προστασία τους μαζί με τους άλλους της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης, τον Τόλη Νικηφόρου, τον Γιώργο Κεχαγιόγλου, τον Γιάννη Καρατζόγλου, και μερικούς ακόμα, επώνυμους και ανώνυμους. Κι εμεις οι δεκατέσσερις αφηνόμαστε σαν παιδιά που βρέθηκαν σε χώρο πατρικό. Ο Κυριάκος λέει αθώα αστεία, ο Πολύβιος μοιράζει τα φρεσκοτυπωμένα του βιβλία, ο Θεοδόσης διηγείται ιστορίες καλογήρων και παλαιών εκκλησιών, ο Λεύκιος εξομολογείται μερικά κεφάλαια από το βιογραφικό του που ετοιμάζει, ο Νεοκλής ψωνίζει για την οικογένεια, ο Άνθος παραπονιέται για τη μπριζόλα που έφαγε ο Λεύκιος, ο Μιχάλης ρεμβάζει πίσω από τον καπνό της πίπας, η Νίκη ψάχνει να βρει τα ίχνη των παιδικών χρόνων στις πάνω γειτονιές, ο Γιώργος διηγείται τις περιπέτειες Μόσχα - Θεσσαλονίκη με σιδηρόδρομο, η Ντίνα φορτώνεται την ευθύνη των εισιτηρίων δεκατεσσάρων ποιητών, η Πίτσα νοσταλγεί την κόρη της και ο Νίκος τον γιο του ...

Ζούμε κάτι το πρωτόγνωρο. Όλα έχουν χαθεί για τέσσερις μέρες. Προσωπικοί μικροεγωισμοί και φιλοδοξίες, αντιζηλίες και κακεντρέχειες, πολιτικές διαφορές και αντιπάθειες. Ξαφνικά γίναμε όλοι μια ομάδα. Κύπριοι ποιητές, σχεδόν της ίδιας γενιάς, άλλος λίγα χρόνια πάνω, άλλος λίγα χρόνια κάτω, που ανακαλύπτουμε ο ένας τον άλλο. Νομίζω ο Λεύκιος το είπε, ύστερα από τη συζήτηση με το κοινό την πρώτη μέρα: Το καλύτερο μάθημα είναι πως δεν ξέρουμε ο ένας τον άλλο και πρέπει να γνωριστούμε.

Αυτή η ανάγκη να γνωριστούμε φάνηκε κι από το γεγονός ότι δεν χωριζόμαστε σε μικρές μόνιμες. ομάδες. Η γνωριμία γίνεται σιγά-σιγά, αβίαστα, στο λεωφορείο, στο τραπέζι του προγεύματος, στο χωλ του ξενοδοχείου - βιβλία ανταλλάσσονται, αστεία και πειράγματα ρίχνονται, τα ανέκδοτα δίνουν και παίρνουν. Οι ποιητές κατά κανόνα είναι αφηρημένοι, βοηθά και η ατμόσφαιρα. Η Θεσσαλονίκη ανοίγει την καρδιά της και τις αγκάλες της να μας υποδεχτεί. Μας δείχνει τις εκκλησιές της, τις χτισμένες με κεραμικά στο χρώμα της τερακότας, μας γνωρίζει τις ταβερνούλες και τα ζαχαροπλαστεία της. Μας κατεβάζει τη νεολαία της στο δροσερό θεατράκι του κήπου, να ακούσει του στίχους και να συζητήσει μαζί μας προβλήματα της ποίησης, προβλήματα των συγγραφέων και, πάνω απ' όλα, προβλήματα της Κύπρου.

Ποιος από μας θα ξεχάσει τη συγκίνηση που νιώσαν και τις δύο βραδιές οι μισοί από μας που κάθονταν σαν ακροατές στην πλατεία για να ακούσουν τους άλλους μισούς να διαβάζουν τους στίχους τους ...Στίχους που με την ιδιομορφία τους, την προσωπικότητα του ύφους τους, είχαν ωστόσο κεντρικό άξονα κοινό και στόχο ένα, τη μικρή βασανισμένη πατρίδα. Και ποιος θα ξεχάσει τα θερμά λόγια του Δημάρχου Θεσσαλονίκης στο καλωσόρισμα που μας έκανε ...

Η Θεσσαλονίκη μας έδωσε όλους ένα μάθημα. Ο Γιώργος Κεχαγιόγλου στην εισαγωγή του για τη συνάντηση αλλά και στο σύντομο σημείωμα που έγραψε μετά απ' αυτήν, μίλησε με ενθουσιασμό για την ποίηση της Κύπρου. Πέρα όμως από αυτό και πέρα από το ότι στην Ελλάδα ελάχιστα είναι γνωστή η κυπριακή ποίηση, το ουσιώδες στη ποιητική συνάντηση της Θεσσαλονίκης ήταν πως εμείς οι δεκατέσσερις Κύπριοι ποιητές νιώσαμε στη Θεσσαλονίκη περήφανοι που είμαστε ποιητές και που είμαστε Κύπριοι.

Στη βεράντα λοιπόν της Ηλέκτρας και του Βασίλη, αργά πια το απόγευμα, την ώρα του καφέ, έγινε ο απολογισμός. Πάρθηκαν οι αποφάσεις για μια συνέχεια, για μια «επισημοποίηση» των δεσμών, για άλλες παρόμοιες συναντήσεις και σε άλλους χώρους με περισσότερους ανθρώπους. Για να δούμε ...»