Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Η ώρα της δημιουργίας


Ήταν κοντά σούρουπο. Την ώρα που γέρνει η μέρα αποκαμωμένη στης νύχτας την αγκαλιά. Η φθινοπωριάτικη γλύκα ήταν διάχυτη στο μελαγχολικό τοπίο που που ψηλά, μέσα από τα τζάμια του ατελιέ,.έβλεπε ο ζωγράφος. Ο γκριζόμαυρος καπνός που μπερδευόταν με τα αριά συννεφάκια, το κίτιρνο των φύλλων και η πλατίνα τ' ουρανού, όλα αυτά του χάιδευαν την ψυχή, τον έκαναν να νιώθη μια ανεξήγητη ζεστασιά στο κρύο περιβάλλον της σοφίτας. Κι αυτός ο ήλιος που 'γερνε πέρα μαικριά και που θαρρείς πως πριν σβήση, το πάντα να κάψη ήθελε, άφησε μιαν αχτίδα απ'το στερνό του φως να πέση πάνω στα τζάμια, να φωτίση ένα δωμάτιο ακατάστατο, φανερά μποέμικο και φτωχικό, εγκάρδιο όμως.

Αναστέναξε, γύρισε μπροστά σ' ένα μουσαμά, βούτηξε το πινέλο στη γεμάτη χρώματα παλέτα και στάθηκε με το χέρι βαρύ. Άγνωστος στους πολλούς ο ζωγράφος. Νέος πολύ, ανώριμος, είχα χαθή μέσα στους τόσους και τόσους άλλους ...

Καθάρια σαν κρύσταλλο η ζωή του ως τότε. Ένα ζωηρό ρυάκι π' απ'΄τα νερά του ποταμού ξέκοψε, δεν έσβησε όμως ακόμα και δεν στέρεψε. Και νόμισε για μια στιγμή πως -ναι!- ήταν ικανός να δημιουργήσει κάτι που θα τον άφηνε για πάντα φλόγινη ανάμνηση στα Ηλύσια της Τέχνης. Άλλη φιλοδοξία δεν είχε. Αναστατωνόταν στην ιδέα πως η λήθη μπορούσε να είναι το τέρμα του δρόμου του. Βαθιά σκεφτικός τώρα, μ' ανίκανο το χέρι να δημιουργήση, να δώση ζωή σ' ό,τι αισθανόταν. Η φύση, τόσο πρόσφορη σε όσους νιώθουν, τού 'στελνε τα μηνύματά της, μα εκείνος ήταν αδύνατον να τα συλλάβη... Η γλυκειά ομορφιά της τον συγκινούσε αλλά δεν τον ηλέκτριζε. Η απαλή της μουσική δεν μιλούσε στην ύπαρξή του ολόκληρη κι ούτε επιδρούσε πάνω του με την κοσμογονική εκείνη δύναμη που δημιουργεί τα αριστουργήματα. Ο ζωγράφος, αν και στη στέρηση ζούσε, δεν είχε αισθανθεί πόνο βαθύ, συθέμελο, κι ούτε χαρά απροσμέτρητη, δυνάμεις υπέρτατες, που θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν στου ταλέντου του την τελείωση και στην απόδοση εκείνου που 'ταν κρυμμένο μέσα του, στην ανθρώπινη δημιουργία κάτι αθάνατου.

Βράδιασε πια. Στη συνοικία που 'μενε τη μακρινή, οι θόρυβοι από μακριά μισοσβησμένοι. Μια γρίλια απέναντι φωτίστηκε, μια μελωδία δυνατή κι από παλμό ξέχειλη ακούστηκε. Ποιος της ψυχής τη φλόγα με νότες ξεχύνει; Ποιος της καρδιάς το πάθος πάει με τη μουσική να σβήση; Ένας χείμαρρος πλημμύρισε τον νέο, αναμνήσεις απόκρυφες, μ' αξέχαστες για πάντα. Κι όσο πιο ορμητική κι αιθέρια γινόταν η μουσική, τόσο ξυπνούσαν μέσα του αισθήματα άγνωστα ως τότε, μια συγκίνηση υπέρτατη, ανάκατη με μια υπερκόσμια δύναμη, που κοιμισμένη μέσα του ως τότε λες και περίμενε να ξυπνήσει ...

Μ' ένα πλούσιο κρεσέντο ξεσπά ξάφνου όλο το πάθος του μουσικού που διαπερνά του ζωγράφου την ψυχή και τη φλογίζη και, σαν σβήνει, τον αφήνει σε μια αναστάτωση που πρώτη φορά την ένιωθε.
Ποιος είπε πως η μουσική είναι κομμάτι απ' την ψυχή την ίδια; Πως ο ζωγράφος έχει ψυχή μουσικού κι ο μουσικός ζωγράφου;

Έμειν' εκστατικός για μια στιγμή μονάχα, λες κι ήθελε να αδράξη το μεγαλείο της σιγής, που 'χε απλωθεί παντού. Στάθηκε για λίγο μ' απλανές το βλέμμα, λες και φωτιζόταν το είναι του ολάκερο μ' ένα φως πρωτόγονο και ανέσπερο. Ήταν απόκοσμη η στιγμή πέρα για πέρα κι όμως αλάθητα στην ψυχή του μιλούσε.

Έτρεξε στο στημένο καβαλέτο και συνεπαρμένος άρχισε να ζωγραφίζει. Τι; Ούτε κι αυτός ήξερε. Το χλομό φως του φεγγαριού που τον φώτιζε με με χρυσαφένιες ανταύγειες τον έδειξε ξάφνου μεγάλο,  πελώριο. Τα χείλη σφιγμένα, η όψη του ολόκληρη αποφασιστική. Έφτασε η ώρα της δημιουργίας.

Μεγαλόπνοο θα λάμψει το ταλέντο σου πια. Τώρα που ξύπνησε η ψυχή σου, ζωγράφισε, ζωγράφισε κι η αθανασία θα σ' αγκαλιάση για πάντα μέσα στις θεϊκές φτερούγες της.

Το αχνό φως της αυγής, καθώς έλειωνε της νύχτας τα σκοτάδια, γέμιζε τα πάντα με ροδόφυλλα. Κι αυτός δούλευε ακόμη, δούλευε σαν μανιακός. Δεν τολμά να κοιτάξη το έργο του στης μέρας το φως. Ας είναι, δεν πειράζει. Είναι η χαραυγή. Τώρα θα ζήσης για τον εαυτό σου,  για τους άλλους, για τον κόσμο ολόκληρο. Το φως που σου΄'δωσε την έμπνευση θα γίνει φως αλλιώτικο και θα ζεστάνη και των άλλων τις καρδιές. Μη δακρύζεις! Κι ας είναι τ' όραμα που φεγγοβολά τόσο λαμπερό! Μην κλαις! Κι ας είναι από χαρά κι απ' την ελπίδα του μεγαλείου.

Αστράφτει κι ακτινοβολεί μ' ένα φως εκτυφλωτικό ο ήλιος ο πρωινός. Κι όλα τριγύρω λες και ξεχύνουν το ίδιο φως. Μα στου νέου τα μάτια λάμπει μια λάμψη αλλιώτικη! Η λάμψη της δημιουργίας.

                                                                                                                            Τόλης Νικηφόρου
                                                                                                                             έκτη κλασσικού  

YΓ. Έγραψα το διήγημα αυτό με ξαφνική έμπνευση σε ηλικία 18 ετών, μόνος ένα βράδυ στο σαλόνι του σπιτιού της Αγνώστου Στρατιώτου 4 στη Θεσσαλονίκη. Στην αντιγραφή τώρα τήρησα την ορθογραφία της εποχής. Στο διήγημα απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο στον ετήσιο διαγωνισμό του Κολλεγίου Ανατόλια και το διήγημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Anatolian 1957 με ένα σχέδιο του ζωγράφου Νίκου Παραλή.  

Σας το εμπιστεύομαι τώρα σαν κάτι πολύτιμο για μένα. Κάτι που έδειχνε ξεκάθαρα τον δρόμο που θα έπαιρνε η ζωή μου.