Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Η ιδανική μέρα του Τόλη Νικηφόρου

(Ραδιοφωνικός σταθμός 9.58 FM, Ειρήνη Μπέλλου (εκπομπή Βασίλη Πεκλάρη)
Τρίτη 3.03 (πριν 10-15 χρόνια) 12.00 - 12.30, διάρκεια 3' - 3΄30''

Η ιδανική μέρα για μένα θα ήταν μια μέρα χειμωνιάτικη με λιακάδα. Θα άφηνα τη Σοφία και τον Νίκο μέσα να κοιμούνται και θα έβγαινα χαράματα στο μπαλκόνι για καφέ. Απ' τον Χορτιάτη θα με θάμπωναν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου, η φλαμουριά από κάτω θα χάιδευε τον αέρα με τα φυλλαράκια της κι ένα γατί θα περπατούσε νωχελικά στα πλακάκια. Βγαίνοντας λίγο αργότερα στο προαύλιο, θα συναντούσα τα τρίδυμα από το διπλανό διαμέρισμα, δυο κοριτσάκια κι ένα αγοράκι, μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους, κι εκείνα θα μου χαμογελούσαν.

Τότε με τρόπο μαγικό η Θεσσαλονίκη θα ξαναγύριζε σαράντα τόσα χρόνια πίσω, στις ράγες θα ακουγόταν το τραμάκι και θα ήταν πεντακάθαρη η θάλασσα και ο αέρας, θα ξαναγύριζαν όλοι όσοι αγάπησα και έχουν φύγει για πάντα, κι εγώ θα ξαναγύριζα στα εφηβικά μου χρόνια και στην παλιά μου γειτονιά, γωνία Αγνώστου Στρατιώτου και Μητσαίων. Και θα κατέβαιναν με αλαλαγμούς όλα τα παιδιά να παίξουμε με λαστιχένια μπάλα στο χώμα της Πλατείας Δικαστηρίων.

Το μεσημέρι θα ανέβαινα στο σπίτι καταϊδρωμένος και θα έπινα εφτά ποτήρια νερό από τη βρύση. Και θα καθόμασταν όλοι μαζί γύρω απ' το τραπέζι, οι χωρισμένοι μου γονείς. τα αδέρφια μου, η γιαγιά, οι παππούδες που ποτέ δεν γνώρισα, ο μικρασιάτης και ο θρακιώτης. Κι απ' το ραδιόφωνο θα ακούγαμε ότι κηρύχτηκε παγκόσμια ειρήνη, ότι διαλύονται οι στρατοί και καταστρέφονται τα όπλα.

Το βραδάκι θα κατεβαίναμε με την παρέα για σινεμά σ' ένα από τα πεντέξι θερινά της Πλατείας Αριστοτέλους. Θα παίρναμε σπόρια, θα βλέπαμε στις εισόδους τις φωτογραφίες και μάλλον θα προτιμούσαμε τον Ζέφυρο. Μετά το έργο, θα τρώγαμε λουκουμάδες με μέλι στα τραπεζάκια δίπλα στο παρκάκι. Και ξαφνικά, από μια γωνιά, θα πρόβαλλε, δειλά χαμογελώντας,η πρώτη μου αγάπη.

Κι όταν αργά το βράδυ θα με σκέπαζε η μητέρα κι εγώ θα έπεφτα για έναν ύπνο ελαφρύ σαν πούπουλο, θα ονειρευόμουν πως εξορίστηκαν για πάντα ο πόνος και ο θάνατος σε κάποιο μακρινό ακατοίκητο πλανήτη. Κι όταν ξυπνούσα το άλλο πρωί, θα έψαχνα να βεβαιωθώ ότι η Σοφία και ο Νίκος είναι παντα εκεί.

Αυτή θα ήταν η ιδανική μέρα για μένα. Αν την ονομάσετε ουτοπία, δεν θα έχετε άδικο. Από την ουτοπία δεν πηγάζουν τα πιο ωραία ποιήματα;