Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Μέσα στο πιο μαύρο σκοτάδι, μου χαρίσατε την αισιοδοξία ...


(για την ποιητική ομάδα του 2ου Λυκείου Καλαμαριάς)             

                                                                                                                       14.4.1994


Χριστίνα, Αφροδίτη, Κατερίνα, Λία, Σοφοκλή, Γιώργο και Τόλη, Αλέκο και Μάριε,

Σας παρακολουθούσα χτες το βράδυ  έ κ θ α μ β ο ς  για τη χαρά σας, για τη συγκίνησή σας, για τη συναρπαστική αδεξιότητά σας μερικές φορές, για την καταλυτική σας αθωότητα, για τη λάμψη και την ομορφιά που ακτινοβολούσατε με χίλιους τρόπους. Και έλεγα πως η ζωή ειναι ακατανίκητη, το φως ποτέ δεν χάνεται, μπορεί να κρύβεται, να περιμένει, να κυοφορείται σε υπόγειες διαδρομές, μα κάποτε όλα αρχίζουν και πάλι από την αρχή.

Κάποτε τα δικά μας όνειρα, τα δικά μας δάκρυα, η δική μας αγωνία, το δικό μας αίμα ξαναγεννιέται στο μέτωπό σας και στα χείλη σας, στην τρυφερή κι ευαίσθητη ψυχή σας. Κάποτε, εμείς που είπαμε όχι στη βρωμιά και την υποκρισία, για ένα πείσμα ισόβιο, γιατί έτσι είμαστε πλασμένοι και έτσι θα περάσουμε στην ανυπαρξία, αντικρύζουμε τη δική σας άνοιξη και νιώθουμε βέβαιοι πως τίποτα δεν πήγε χαμένο, πως πράγματα απλά, όπως η αγάπη και η ανθρώπινη αλληλεγγύη, θα είναι στ' αλήθεια
αυτονόητα αύριο.

Μέσα στο πιο μαύρο σκοτάδι, μου χαρίσατε την αισιοδοξία και σας ευγνωμονώ. Μπορώ να διακρίνω τον σπόρο που φύτεψαν κάποιοι άξιοι δάσκαλοί σας κι αυτό είναι μια ακόμη πηγή αισιοδοξίας.

Η εκδήλωσή σας ήταν θαυμάσια σκηνοθετημένη, η παρουσιάση των ποιημάτων άλλοτε επαρκής κι άλλοτε δραστικότατη, η μουσική εμπνευσμένη και πρωτότυπη, μια πραγματική έκπληξη. Υπάρχουν, βέβαια, σημεία που πρέπει να συζητηθούν, βελτιώσεις που μπορούν να ανεβάσουν την όλη παρά-σταση σ' ένα σχεδόν επαγγελματικό επίπεδο. Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες. Η ουσία βρίσκεται σ' εσάς τους ίδιους. Στη φλόγα σας και τον ενθουσιασμό σας. Στα μάτια σας που ανακαλύπτουν τον κόσμο και λαχταρούν να τον αλλάξουν.

Μπορείτε να είστε περήφανοι, με την περηφάνια εκείνη που απομακρύνει την έπαρση και φέρνει τον άνθρωπο πιο κοντά στη δυστυχία και τον πόνο των άλλων. Μπορούν να είναι περήφανοι για σας οι γονείς σας, οι δάσκαλοι και οι φίλοι σας. Μπορώ να είμαι λιγάκι περήφανος κι εγώ. Αφού μπόρεσα να μιλήσω, με το αίμα της καρδιάς μου, σε νέους σαν κι εσάς, τι άλλο θα μπορούσα να επιθυμήσω;

   φιλώ το ψηλό σας μέτωπο
          με αγάπη
   Τόλης Νικηφόρου

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Μιλώ με σπασμένη φωνή ....


 
        Αναγνωστάκης, Κύρου, Θασίτης. Όχι αλφαβητικά, όχι ηλικιακά, απλώς έτσι είναι ο ρυθμός  των ονομάτων τους. Έτσι αναφέρονται οι οικείοι,  οι αγαπημένοι μας τρεις «κοινωνικοί ποιητές»  ή «στρατευμένοι ποιητές» ή «ποιητές της κοινωνικής αγωνίας» της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς ή «γενιάς της ήττας» στη Θεσσαλονίκη. Μια τριάδα σύμβολο για τη δική μας επόμενη «χαμένη γενιά» ή «γενιά των απόηχων». Με ποιήματα εμβληματικά που επηρέασαν και το δικό μας γράψιμο, σε μια πρώτη φάση τουλάχιστον. 

        Είχαμε αποφοιτήσει και οι δύο από το Ανατόλια και είχα την τύχη να γνωρίσω τον Κλείτο Κύρου, τόσο ως άνθρωπο και ποιητή, όσο και με την επαγγελματική του ιδιότητα, καθώς εργαζόταν στην τράπεζα, θυγατρική της οποίας ήταν και η δική μου εργοδότρια εταιρία μελετών. Τον γνώρισα λοιπόν και απόρησα πώς αυτός ο συμπαθητικός, ο ήπιος και ευγενικός άνθρωπος χαμηλών τόνων μπόρεσε να φτάσει σε μια τέτοια κορύφωση του ποιητικού λόγου. Στη σπαρακτική «κραυγή 15» από τις «κραυγές τις νύχτας». Ένα ποίημα που εκφράζει με τη μεγαλύτερη δυνατή δραστικότητα  και εμβέλεια την αλήθεια της γενιάς του, τον χαμένο αγώνα της, την τραγική της μοίρα. .  

         Θεωρώ την «κραυγή 15» ισάξια με το ποίημα «μιλώ» του Μανόλη Αναγνωστάκη («Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών/ για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα ...»). Τέτοια ποιήματα δεν μπορεί παρά να γράφτηκαν σε στιγμή υπέρτατης συναισθηματικής φόρτισης, όταν ξαφνικά φωτίζεται ο νους και οι λέξεις εισρέουν στο λευκό χαρτί σαν από μόνες τους, σαν να περίμεναν από καιρό να βρουν τον προορισμό τους..Τη στιγμή εκείνη ο χαμηλών τόνων άνθρωπος μεταμορφώνεται σε υψηλού επιπέδου ελεγειακό ποιητή. Είναι μια σπάνια στιγμή ψυχικής, πνευματικής και ποιητικής αλήθειας που αρκεί για να καταξιώσει τον ποιητή. Ήταν εξ άλλου τότε μια άλλη εποχή, μια άνοιξη και μια νιότη. 

                      
Κραυγές της νύχτας, Κραυγή 15  
                         
Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ' ουρανού


Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ' αυτή τη γη

 
Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους

 
Η «Κραυγή 15» από τις «Κραυγές της νύχτας» οτυ Κλείτου Κύρου δεν είναι μια μακρινή ιστορία για τη δική του μόνο τραγική γενιά. Αφορούσε και τις επόμενες γενιές, τη γενιά των κοινωνικών αγώνων, της μετανάστευσης και της δικτατορίας, τη γενιά της μεταπολίτευσης, της αναβίωσης και της νέας διάψευσης του ονείρου, τη γενιά της ευμάρειας και του «ιδιωτικού οράματος». Αφορά όμως και τη σημερινή γενιά της πνευματικής και οικονομικής κρίσης και της ανεργίας, και πάλι της μετανάστευσης.
,

Το πάθος και η αγάπη, η ψυχή, αφορούν κάθε νέα γενιά. Κάθε γενιά αφορά μια γνήσια ζωή. Ίσως κάποτε νιώθει και σαν δικές της τις κραυγές πριν 70 χρόνια περίπου. Την αφορούν εκείνοι που προδόθηκαν και χάθηκαν, ιδιαίτερα όταν τα πάντα εκτίθενται στην αγορά προς πώληση, όταν θεοποιείται η κατανάλωση, όταν κυριαρχεί η διαφθορά, όταν μονιμοποιείται η ανεργία, όταν τα παιδιά σκοτώνονται στην άσφαλτο, πετιούνται σαν κουρέλια από τα ναρκωτικά σε ερειπωμένα σπίτια, ψάχνουν ένα «ιδιωτικό όραμα» και μια «κονόμα» για να γεμίσουν το κενό της ζωής τους. 

Σας αφορούν οι Κραυγές του Κλείτου. Μιας από τις πιο ευγενικές, από τις πιο γνήσιες ποιητικές φυσιογνωμίες του αιώνα που πέρασε. Καθώς παρακολουθούμε όλα αυτά τα γελοία πρόσωπα στην οθόνη, καθώς παρακολουθούμε τους προεκλογικούς περιοδεύοντες θιάσους με τους ξετσίπωτους γελωτοποιούς να υπόσχονται στους πάντες τα πάντα, καθώς μένουμε βουβοί μπροστά σε μια πυρπολημένη χώρα που αύριο θα μετατραπεί σε οικόπεδα, καθώς η πορνεία ως τρόπος ζωής έχουν κυριαρχήσει και το μέλλον σας είναι να πουληθείτε σε όσο το δυνατόν καλύτερη τιμή, ο Κλείτος Κύρου σας αφορά. .

Δεν ξέρω πόσα χρόνια θα χρειαστούν, πόσες γενιές ίσως, για να ξαναγεννηθεί το όνειρο. Ξέρω όμως ότι χωρίς όνειρο δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος. Δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τους άλλους. Αυτή την ελπίδα κι αυτόν τον αγώνα αναδίδουν μέσα από την ήττα με σπαρακτική δύναμη οι στίχοι του Κλείτου Κύρου. 


(αυτό το κείμενο δημοσιεύτηκε ελαφρά τροποποιημένο στο περιοδικό «Το Κοράλλι},
           τεύχος 6, Απρίλιος- Σεπτέμβριος 2015, Αφιέρωμα στον Κλείτο Κύρου) 

                                                                                              Τόλης Νικηφόρου

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

Εργαστήριο Συγκριτικής Γραμματολογίας Α.Π.Θ. - Όρια λογοτεχνίας παραλογοτεχνίας - Παρασκευή 13 Μαϊου 2005 - Κεντρικη Δημοτική Βιβλιοθήκη


                      
Άκουσα με προσοχή τις ενδιαφέρουσες πρωινές εισηγήσεις από τους καθηγητές και άλλους ειδικούς φιλόλογους και ιδιαίτερα εκείνες που αφορούν την ποίηση. Αν ένας ποιητής όπως εγώ, χωρίς ανάλογες σπουδές, μπορεί να προσθέσει κάτι απλό και σύντομο, κάτι ουσιαστικό στα όσα έχουν ήδη λεχθεί, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι η προσωπική του άποψη για το ποιητικό φαινόμενο και για το  ποιητικό τοπίο σήμερα στην Ελλάδα.

Είναι γνωστό ότι έχουν γραφεί χιλιάδες ποιήματα για την ποίηση, ο κάθε ποιητής έχει δώσει τον δικό του ορισμό ή ορισμούς. Ο Robert Frost είπε ότι «ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση».  Τη μετάφραση βέβαια από τη μια ανθρώπινη γλώσσα στην άλλη. Εγώ θα έλεγα ότι «ποίηση είναι η δια του λόγου αναζήτηση της αλήθειας». ΄Η, ακριβέστερα, «η δια του λόγου μάταιη αναζήτηση της αλήθειας». Γιατί η αρχική μετάφραση γίνεται από την αληθινή υπόσταση της ποίησης στην ψυχή μας και στον κόσμο που μας περιβάλλει σε μια τεχνητή και ατελέστατη γλώσσα των συμβόλων. Στην ανθρώπινη ποιητική γλώσσα.


Ας ανατρέξουμε στις πηγές της ύπαρξης. Τι είναι ποίηση;  Ένα χάραμα, ένα κορίτσι όταν δακρύζει, η φλαμουριά που αγγίζει το μπαλκόνι μου, το ωραίο, ίσως κάποτε και το αποτρόπαιο και η φωτιά που ανάβει μέσα μας; Ma ποιος μπορεί να γράψει το ποίημα που είναι ένα κορίτσι, το άγγιγμα των δαχτύλων ή μια ψυχή; Ο ποιητής; Ταγμένος σε μια ισόβια άσκηση χωρίς ολοκλήρωση, μαθητούδι σε ένα σχολείο απ’ το οποίο δεν προβλέπεται αποφοίτηση; Γιατί αποφοίτηση είναι το επέκεινα και η ουτοπία. 

Η ποίηση είναι ένα μυστήριο, η απόπειρα να προσεγγίσει κανείς το απρόσιτο και να εκφράσει το ανέκφραστο, και ο ποιητής ελάχιστα συνειδητοποιεί την ποιητική κυοφορία και γέννηση.  

το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί.
είναι ένας ξένος που κατοικεί από παλιά στο σπίτι μας,
κυκλοφορεί στο υπόγειο και λούζεται με φως στο υπερώο,
διαβάζει ένα ένα τα χειρόγραφά μας, αποκρυπτογραφεί
τις μυστικές φωνές που ταξιδεύουν μέσα μας. και πίνει
για να μεγαλώσει, γιαυτό και είναι πάντα μεθυσμένο.
το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί,
όπως πριν από μας επέλεξε αυτό το σπίτι για να κατοικήσει

 Κατά τη δική μου αντίληψη λοιπόν, η ποίηση είναι ένα βαθύτατο μυστήριο που κανείς δεν μπορεί να ορίσει, δηλαδή, να περιορίσει. Αφού δεν μπορούμε από την ατελή μας φύση να ορίσουμε τι είναι ποίηση, είναι αδύνατον να ορίσουμε και τι δεν είναι ποίηση. Δεν μπορούμε να ορίσουμε την ποίηση, μπορούμε όμως να την αναγνωρίσουμε. Με τη γνώση και την καλλιέργεια μας, με την ευαισθησία μας, και ιδίως, αν μας έχει δοθεί η χάρη, με τη διαίσθησή μας και με την ψυχή μας.

Όταν λείπει αυτή η καλλιέργεια και η ευαισθησία, όταν απουσιάζει η χάρη, προστίθεται όμως πάντοτε η πρόθεση, τότε η ποίηση παραχωρεί τη θέση της  στην προσ-ποίηση, την αντι-ποίηση, την παρα-ποίηση, τη μετα-ποίηση, την εκ-ποίηση. Μια μικρή ιστορία και μερικές αναφορές θα σας θυμίσουν την τόσο γνωστή αυτή κατάσταση. 

 Πριν από μερικά χρόνια, η εταιρία στην οποία εργαζόμουν είχε αναλάβει την οργάνωση μιας επιχείρησης στα Τρίκαλα. Kάποτε η συζήτηση έφτασε και στη λογοτεχνία. Ο οικονομικός διευθυντής με πληροφόρησε ότι είχε εκδοθεί μία ανθολογία με 99 ποιητές των Τρικάλων και εξέφρασε την απορία αν πράγματι υπήρχαν τόσοι ποιητές στην πόλη τους. Του απάντησα ότι σε αναλογία του πληθυσμού θα έπρεπε να εκδοθεί μία ανθολογία με 999 ποιητές της Θεσσαλονίκης και άλλη μία με 9999 ποιητές της Αθήνας. Αν στον υπολογισμό αυτό προσθέσουμε όλους εκείνους από τους οποίους υποτίθεται ότι έγινε η επιλογή των ποιητών που ανθολογήθηκαν, τότε προκύπτει ένας τεράστιος αριθμός και η χώρα μας αυτομάτως αναδεικνύεται σε ευτυχισμένη πατρίδα των ποιητών.

Παραθέτω τώρα μερικές ειδήσεις από όχι και τόσο έγκυρα λογοτεχνικά περιοδικά. Προφανώς για μερικούς από αυτούς τους 9999 ή 99999.

-  Οι μεταφράσεις ποιητικών βιβλίων της κυρίας τάδε ολοένα και πληθαίνουν. Ως τώρα έχουν μεταφραστεί τα βιβλία της Γαλάζιος καθρέφτης στα περσικά, Οικολογικά-Ζωοφιλικά στα αγγλικά και τα αραβικά, και Οξειδώσεις στα αραβικά.

- Η κυρία δείνα επελέγη από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού των Η.Π.Α. ως εκπρόσωπος της ελληνικής ποίησης με συμμετοχή της σε ανθολογία μεταφρασμένων ποιημάτων στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά.

 - Η Διεθνής Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών κυκλοφόρησε μία ογκώδη ποιητική ανθολογία, ένα έργο σημαντικό που προβάλλει τα ολυμπιακά ιδεώδη και την ελληνική λογοτεχνία.

-  Ο κριτικός χι επαινεί με τα θερμότερα λόγια τον ποιητή ψι γιατί εκφράζει αγνά αισθήματα, γράφει με ωραίο παραδοσιακό τρόπο και ομοιοκαταληξία.

Εγώ δεν γνωρίζω την κυρία τάδε ή την κυρία δείνα, δεν γνωρίζω τη Διεθνή Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών ούτε την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού, δεν γνωρίζω τον κριτικό που επαινεί ούτε τον ποιητή που επαινείται. Εσείς γνωρίζετε ότι στη χώρα μας υπάρχουν εκατοντάδες λογοτεχνικά σωματεία με ποιος ξέρει πόσα μέλη, που διοργανώνουν εκδηλώσεις, εκδίδουν περιοδικά, βραβεύουν και βραβεύονται με χρηματικά ποσά, μετάλλια, διπλώματα; Και ότι μερικοί απ’ αυτούς τους βραβευμένους καταφεύγουν για παράδειγμα στην Ιταλία όπου ανθεί μια άλλη βιομηχανία απονομής βραβείων για να διακριθούν και διεθνώς;

Η ποίηση είναι ένα μυστήριο που δεν ορίζεται. ΄Όπως όμως μπορούμε να την αναγνωρίσουμε, έτσι μπορούμε να διαπιστώσουμε και την απουσία της. Δεν αποκλείεται καθόλου ανάμεσα σ’ αυτές τις μυριάδες των ανύποπτων στιχοπλόκων να υπάρχουν και μερικοί ποιητές. Ή μάλλον το θεωρώ βέβαιο ότι υπάρχουν. Χάνονται όμως, κυριολεκτικά εξαφανίζονται κάτω από τον σωρό των σκουπιδιών.

Εκτιμώ ότι η Ελλάδα βρίσκεται πολύ ψηλά στην ποίηση χάρη στην παράδοσή της και στους σημερινούς ποιητές που είναι άξιοι του ονόματος. Δεν είναι όμως τελικά η ευτυχισμένη χώρα των ποιητών.  Είναι η χώρα των κραυγαλέων αντιφάσεων, της λογοτεχνίας για τους λίγους και της παραλογοτεχνίας για τους πολλούς. Ευχαριστώ.  

                                                                       Τόλης Νικηφόρου

 

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Τόλης Νικηφόρου : «Ζω ολόψυχα το παρόν» - Συνέντευξη στην ποιήτρια Άτη Σολέρτη για το περιοδικό Vakxikon, τεύχος 30

Τόλης Νικηφόρου: "Ζω ολόψυχα το παρόν"

Σειρά: Τα blogs στο Vakxikon.gr
Αριθμός στη σειρά: 23
 
7solertinikiforou.jpg
 
Συνέντευξη
στην Άτη Σολέρτη


Ο Τόλης Νικηφόρου, πιστός ποιητής στο διάβα του χρόνου, αποδεικνύει με τη δυναμική της σκέψης και την ουσία του αληθινού λόγου του το γιατί η τέχνη του είναι ο προορισμός του στη ζωή.


Στην ιστοσελίδα σας http://www.nikiforou-poems.gr/, μας υποδέχεστε με τον εξής στίχο: αργά χτες βράδυ ξαφνικά είδα στον μαυροπίνακα του τίποτα για πάντα αμετάφραστη τη λέξη ελευθερία. Αποτελεί η έκφραση μέσω της γραφής μορφή ελευθερίας;
Όταν περιφρονείς τις κοινωνικές συμβάσεις και διάφορους άλλους καταναγκασμούς, πράγματι η γραφή αποτελεί μια μορφή ελευθερίας. Της ελευθερίας εκείνης που μπορεί να διεκδικήσει ο θνητός από το πεπρωμένο του.
Τι μπορεί να σας δώσει κίνητρο για να γράψετε;
Η τέχνη του λόγου είναι ο προορισμός μου στη ζωή. Δεν χρειάζομαι λοιπόν κανένα κίνητρο, γεννήθηκα με ένα μολύβι στο χέρι και με ένα μολύβι στο χέρι θα πεθάνω. Ερεθίσματα βέβαια υπάρχουν πολλά, ακόμη και στο πιο γκρίζο και αδιάφορο περιβάλλον. Η αθωότητα, η ομορφιά, η γυναίκα, ο έρωτας και η αγάπη, η απώλεια, οι κοινωνικές συνθήκες, ή ίδια η μάταιη ύπαρξή μας.

Το έργο σας αντανακλά μια βαθιά ανθρώπινη και ώριμη συνειδητοποίηση της ουσίας των πραγμάτων. Πάντα άμεσο, ειλικρινές, χρωματισμένο συναισθήματα. Κατά πόσο είναι βιωματική η γραφή σας;
Σε πολύ μεγάλο, σε καθοριστικό βαθμό, θα έλεγα. Η ζωή μου υπήρξε μια απίστευτη περιπέτεια και, μετά 32 βιβλία, έχω πολλά να πω ακόμα. Τρία από τα βιβλία μου, η συλλογή διηγημάτων Νόστος, 2000, το μυθιστόρημα Η γοητεία των δευτερολέπτων, 2001 και η συλλογή διηγημάτων Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, 2008 είναι καθαρά αυτοβιογραφικά, όπως και μια ακόμη συλλογή διηγημάτων που βρίσκεται στο τελικό της στάδιο. Εμπειρίες της ζωής μου υπάρχουν και σε άλλα βιβλία μου πεζογραφίας ενώ τα περισσότερα ίσως ποιήματά μου είναι σκιές και λάμψεις από την προσωπική πορεία μου. Πιστεύω ότι ακόμη και οι εντελώς φανταστικές συλλήψεις μου στο βίωμα βασίζονται.  

Υπάρχουν λογοτέχνες-καλλιτέχνες που θαυμάζετε; Σας έχει επηρεάσει ενδεχομένως κάποιο καλλιτεχνικό ρεύμα;
Κορυφαίος αγαπημένος μου είναι ο Αλμπέρ Καμύ με τον Ξένο και την Πανούκλα και τα φιλοσοφικά του δοκίμια Ο μύθος του Σισύφου και Ο επαναστατημένος άνθρωπος αλλά και με την ίδια τη ζωή του και το παράλογο του θανάτου του. Λατρεύω επίσης δύο διαμετρικά αντίθετους ποιητές, τον Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι και τον Τ.Σ., Έλιοτ καθώς και πολλούς από τους εκπροσώπους το θεάτρου του παραλόγου, με πρώτο τον Σ. Μπέκετ και το υπαρξιακό του αριστούργημα, Περιμένοντας τον Γκοντό. Παρακολουθώ βέβαια τα καλλιτεχνικά ρεύματα αλλά οι εκάστοτε μόδες και τάσεις με αφήνουν παγερά αδιάφορο. Εκφράζω τη δική μου αλήθεια και την εκφράζω με τον δικό μου τρόπο.

Έρωτας και θάνατος. Οι ενορμήσεις της ζωής. Ποιος καταφέρνει να θριαμβεύσει άραγε;
Τελικός νικητής είναι βέβαια πάντα ο θάνατος. Όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν. Θριαμβευτής της ζωής όμως είναι ο έρωτας με την ευρύτατή του έννοια. Όλη η καλλιτεχνική δημιουργία, με κορυφαία την ποίηση, είναι μια πράξη ερωτική. Είναι μια αντιπαράθεση με την αίσθηση της ματαιότητας και μια επιβεβαίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπροστά στο τίποτα που όλους μας περιμένει.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;
H απώλεια αγαπημένων μου προσώπων, η αρρώστια και ο θάνατος.

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορεί να γελάω
όταν την ίδια στιγμή κάποιος κλαίει
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του
Απόσπασμα από το ποίημά σας που τιτλοφορείται Ένα παιδί. Από τη συλλογή Αναρχικά (1979). Πόσο επίπονο μπορεί να είναι για κάποιον άνθρωπο να κρύβει μέσα του το παιδί που κάποτε ήταν;
Ο δημιουργός, ο καλλιτέχνης, ο ποιητής διατηρεί μέσα του ακέραια την παιδική ματιά στα πράγματα, την μαγεία της ανακάλυψης του κόσμου. Με την πρωταρχική του αθωότητα λοιπόν βαδίζει μέσα στον συνήθη τόπο των εκτελέσεων που είναι η μνήμη και υπερβαίνει την οδύνη της.

ο παιδικός μου φίλος
είχε κοινή καρδιά ρομαντική
ένα ψυχρό σταλινικό μυαλό
μια φλογερή ψυχή αναρχική
σαράντα χρόνια στο καμίνι της ασφάλτου

άντε να πορευτεί μετά
και νάχει η πράξη του συνέπεια
Ποια θεωρείτε πως είναι η μεγαλύτερη αρετή που οφείλει να διασώσει ο άνθρωπος;
Η αγάπη φυσικά, η βαθιά ανθρώπινη αλληλεγγύη προς όλες τις βασανισμένες ψυχές που έχουν κοινή μοίρα στον κόσμο.


οι νεκροί
για πάντα άτρωτοι από τη μοναξιά ή την αγάπη
Ποια η σχέση σας με τους «νεκρούς» σας;
Μια σχέση απέραντης αγάπης που θα χαθεί μόνο όταν χαθώ κι εγώ. Ο πατέρας μου, η μητέρα μου, ο αδερφός μου ζουν μέσα στην καρδιά μου και φτερουγίζουν στα μάτια μου. Είναι πια οριστικά εγώ.

Παρελθόν-Παρόν-Μέλλον. Ποια από τις τρεις διαστάσεις του χρόνου σας εμπνέει περισσότερο;
Ζω ολόψυχα το παρόν με τακτικές αναδρομές στο παρελθόν και περιοδικές εφορμήσεις στο μέλλον. Με εμπνέουν οι αξίες ενός αιώνια παρόντος χρόνου.

να φοβάσαι την πικρή γεύση της μοναξιάς
και το ανεξερεύνητο φάσμα της αλήθειας
Στίχοι από τον «εσωτερικό εχθρό» σας. Ποια η σχέση σας με τη μοναξιά;
Έχω τη Σοφία, σύντροφο της ζωής μου, έχω και πολλούς φίλους αγαπημένους από τα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια και από κάθε φάση της ζωής μου. Δίνω και δέχομαι την αγάπη και δεν αισθάνομαι την παραμικρή μοναξιά στην καθημερινή ζωή. Η δική μου μοναξιά ανάγεται στις πηγές της ύπαρξης, στην καταγωγή και τον προορισμό μας.

Ποια πιστεύετε πως είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που μας λέει η ζωή;
«Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον» - επιστολή α’ προς Κορινθίους του Αποστόλου Παύλου.

Ποια είναι η σχέση σας με τα όνειρα;
Από τον κόσμο αυτό του φόνου και της ατιμίας, που είναι ταυτόχρονα και κόσμος των θαυμάτων, εγώ κρατάω τα θαύματα. Είμαι ένας αμετανόητος ουτοπιστής. Θα πιστεύω σε ένα κόσμο αγάπης και δημιουργίας και θα αγωνίζομαι γι’ αυτόν τον κόσμο ως το τέλος. Και στην άλλη ζωή, αν υπάρχει.

Πώς κρίνετε τη σύγχρονη κοινωνική και λογοτεχνική πραγματικότητα;
Αρνητική έως τραγική με έντονα στοιχεία γελοιότητας. Οι χαλεποί καιροί όμως τροφοδοτούν την τέχνη σε κάθε της μορφή. Μέσα στα σκουπίδια ήδη ανθίζουν τα πιο μεθυστικά λουλούδια.

Ποια είναι τα επόμενά σας σχέδια; Αναμένεται να εκδώσετε κάποιο επόμενο βιβλίο;
Έχω έτοιμα ή περίπου έτοιμα τρία βιβλία. Ένα παραμύθι για μεγάλους, που έγραψα μαζί με την ποιήτρια Τζούλια Φορτούνη, μια συλλογή διηγημάτων για τα παιδικά μου χρόνια και μια ακόμη συλλογή ποιημάτων. Αν όλα πάνε καλά, τα τρία αυτά βιβλία θα πρέπει να εκδοθούν μέχρι το τέλος του 2016.

Τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω από καρδιάς που με τιμήσατε με αυτή τη διαδικτυακή συνομιλία, να ευχηθώ καλή επιτυχία στο έργο σας και να σας ζητήσω να κάνετε μια ευχή!
Σας ευχαριστώ θερμά για τη συνομιλία μας και τις ευχές. Εύχομαι με όλη μου την καρδιά να ξεπεράσει σύντομα η πατρίδα μας την κρίση και να έρθουν καλύτερες μέρες για όλους μας και κυρίως για τα παιδιά. 
 

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Πολιτιστική αναγέννηση

Αυτό το διήγημα περιλαμβάνεται στη συλλογή μου Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, 2008. Όλα όσα αναφέρονται είναι απολύτως αληθινά και οι παλιότεροι λογοτέχνες, φίλοι της λογοτεχνίας ή και φίλοι της ανανεωτικής αριστεράς μπορούν να αναγνωρίσουν εκείνους που αναφέρονται μόνον με τα μικρά τους ονόματα. Όπως και να 'χει, εδώ είμαι εγώ για να απαντήσω σε τυχόν ερωτήσεις. Το διήγημα θα μπορούσε να φέρει τον τίτλο «Συνοπτική ιστορία δύο πολιτιστικών φορέων στη Θεσσαλονίκη της μεταπολίτευσης» και θεωρώ ότι είναι κάποιου είδους ντοκουμέντο. Μυστικό βέβαια δεν είναι γιατί τα μυστικά, ως συνήθως, κρύβονται στη καρδιά μας.
 
 
Γλυκό, φθινοπωριάτικο, σαλονικιώτικο απόγευμα προς σούρουπο, κι η  είδηση έπεσε στην πυρίκαυστο σαν κεραυνός. Κι αστραπιαία κυκλοφόρησε απ’ το Βαρδάρι ως τον Λευκό Πύργο, σε αντίστροφη κατεύθυνση από την Παύλου Μελά ως τη Φράγκων ή τη Δωδεκανήσου, και κάθετα  απ’ το Διοικητήριο ως την Αριστοτέλους, την Τσιμισκή και τη θάλασσα. Σε δρόμους και σε πλατείες, σε καφετέριες, καφενεία, ουζερί και εστιατόρια, σε γραφεία, σε εταιρίες και μαγαζιά κάθε είδους, στα διάφορα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου, ακόμη και στα παγκάκια των πάρκων ή στους λιγοστούς την ώρα εκείνη περιπατητές της παλιάς και τη νέας παραλίας.

            Διέκοψε τους Ρηγάδες, τον Σπίνο, τον Χαρβάλα και τον Παπάρα, διέκοψε το Αρκουδάκι, τον Σάκη και τον Τρύφωνα, διέκοψε την κουβέντα, την εργασία, τα μαθήματα και τη μελέτη, το φαγητό, το ούζο με μεζέδες, το τάβλι, την πόκα, την πρέφα και το κουμκάν με φιρφιρίκι  ή χωρίς. Διέκοψε το παιχνίδι και τον χαβαλέ, τα πολιτικά και τα κοινωνικά, ακόμη και τα ερωτικά, τα διέκοψε όλα. «Τρέξτε, οι δογματικοί κατέβηκαν για να πάρουν τη Λέσχη».          

       Προστρέξαμε λοιπόν ολοταχώς εμείς της ανανέωσης (ή της αναθεώρησης), αφήνοντάς τα πάντα στη μέση, οι νεαροί και οι μεγαλύτεροι, οι μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες, οι ιατροί και οι οδοντίατροι, οι δικηγόροι και οι ασκούμενοι, οι φοιτητές, οι ζωγράφοι, οι μουσικοί, οι ποιητές και οι πεζογράφοι. Χωρίς βεβαίως να σημαίνει αυτό ότι δεν είχαμε κι εμείς τον Φόρη μας, τον βραχνό γεροδεμένο οικοδόμο και ποιητή και, σε ολομέλεια, έναν-δύο τουλάχιστον ακόμη εργάτες που επιδεικνύαμε με περηφάνια.  Όταν φτάσαμε στην προέκταση της Τσιμισκή και στην είσοδο της πολυκατοικίας, διαπιστώσαμε ότι ήταν σχεδόν αδύνατον να ανεβούμε επάνω καθώς η πρωτοπόρος εργατική τάξη είχε ήδη πλημμυρίσει το στενόχωρο εντευκτήριο και τις σκάλες ως έξω στο πεζοδρόμιο.

         Καθώς σκαρφαλώναμε με επιδέξιες διεισδύσεις, έντεχνες πλαγιοκοπήσεις και όχι και τόσο ευγενικά σπρωξίματα μέσα στον συνωστισμό, και κάποτε εισχωρήσαμε με κόπο στον κυρίως χώρο του πολιτιστικού φορέα, είδαμε πολλά άγνωστα συνοικιακά πρόσωπα κι  ανάμεσά τους διάφορες κοπέλες να κρατάνε στα χέρια ένα χαρτάκι με ονόματα και να επαναλαμβάνουν παράτονα μια περίεργη ξενική λέξη που θύμιζε τη μητρόπολη του σοσιαλισμού. Και να κάνουν νόημα καταφατικό με το κεφάλι. Την επανέλαβα κι εγώ με απορία και ξαφνικά  μου έφεξε ότι ήταν πολύ γνωστό επίθετο ανδρικό και η επίσημη γραμμή για την επικείμενη ψηφοφορία, γραμμή που σύντομα κι εμείς θα παίρναμε με άλλα ονόματα ασφαλώς.

         Ήταν η πρώτη περίοδος μετά την κατάρρευση της δικτατορίας και η αντιπαράθεση των δογματικών με τους ανανεωτικούς στον χώρο της αριστεράς βρισκόταν στο απόγειό της σε όλα τα μέτωπα. Το σωματείο που έφερε τον τίτλο, Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου Ελλάδος, είχε διαλυθεί από τη δικτατορία και είχε ανασυσταθεί μετά την κατάρρευσή της. Και οι δημοκρατικές διαδικασίες είχαν αρχίσει να λειτουργούν και πάλι με τον καθιερωμένο στη χώρα μας τρόπο. Το παλιό διοικητικό συμβούλιο, σίγουρα αριστεροί και μάλλον ανένταχτοι, αγωνιζόταν να βάλει μια τάξη στο χάος για να διεξαχθούν οι αρχαιρεσίες με βάση το καταστατικό του συλλόγου. Το οποίο όμως προέβλεπε ότι δύο ή τρία μέλη της Λέσχης μπορούσαν να προτείνουν επιτόπου αναρίθμητα άλλα για να εγγραφούν και να ψηφίσουν με την καταβολή μιας συμβολικής
μάλλον συνδρομής.

         Μπροστά στο θορυβώδες αδιέξοδο, ένας δικηγόρος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου, συνεννοήθηκε με τους άλλους, ύψωσε το μικρό ανάστημά του, κατόρθωσε να επιβάλει την τάξη και ανακοίνωσε στην ομήγυρη ότι οι αρχαιρεσίες θα αναβάλλονταν έως ότου πρυτανεύσει η λογική και, ενδεχομένως, τροποποιηθεί το καταστατικό
του συλλόγου.  Έτσι, το πλήθος διαλύθηκε ειρηνικά και όλοι επανήλθαμε ταχύτατα στις σίγουρα πιο συναρπαστικές συνηθισμένες ασχολίες μας.

        Και πράγματι πρυτάνευσε η λογική που επιβάλει η ανάγκη. Με κάποιου είδους συζητήσεις, διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις, επιτεύχθηκε τελικά μια αναλογική εκπροσώπηση στο νέο εννιαμελές διοικητικό συμβούλιο. Αφού, επιπλέον, υποτίθεται ότι όλοι μας παρόμοιους σκοπούς επιδιώκαμε. Η ψηφοφορία που ακολούθησε, επικύρωσε με εκπληκτική αριθμητική συνέπεια τη συμφωνία. Δύο εκπρόσωποι των ορθοδόξων, άλλοι δύο των αναθεωρητών, τρεις ανένταχτοι αριστεροί και δύο προοδευτικοί κεντρώοι.

       Ή κάπως έτσι. Για ξυρισμένο σβέρκο με γραβάτα, για δεξιό, συντηρητικό ή ουδέτερο ούτε σκέψη βέβαια, ούτε λόγος, ούτε καν ανέκδοτο. Με πρόεδρο κοινής αποδοχής τον Στέργιο (κι αργότερα τον Ανέστη), άνθρωπο γλυκό, παλιό μπαρουτοκαπνισμένο αριστερό και συγγραφέα με ιδιότυπο χιούμορ και  αυτοσαρκασμό. «Οι φίλοι μου οι πεζογράφοι», έλεγε, «υποστηρίζουν ότι είμαι ποιητής, ενώ οι ποιητές ότι είμαι πεζογράφος».   

          Όσο κι αν μου φαίνεται απίστευτο τριάντα τόσα χρόνια αργότερα, η απάντηση όλων μας στην παλιά πατρική εμπειρία και πικρή ειρωνεία, «εσύ, βρε, θα αλλάξεις το ρωμέϊκο;», ήταν ένα αδιαπραγμάτευτο και κατηγορηματικό «ναι, εγώ και μερικοί ακόμη». Ήταν μια τρέλα, μια πράγματι ρομαντική εποχή. Τα πρώτα διοικητικά συμβούλια ξεχείλιζαν από νιάτα, φλόγα και πάθος, επιθυμία για προσφορά, από ταλέντο
και ικανότητες. Ταλέντο κυρίως λογοτεχνικό και εικαστικό, ικανότητα οργανωτική και εκτελεστική, και, το πιο δύσκολο, διάθεση συνεργασίας παρά τις, άλλοτε μεγάλες και άλλοτε ανυπέρβλητες, πολιτικές μας διαφορές. Ο Ανέστης, ο Γιάννης, ο Ξενοφών, η Μαρίνα, ο Λουκάς,ο Τάκης, η Ντόρα, ο Δημήτρης, ο ένας Τόλης κι ο άλλος Τόλης. Κι άλλοι πολλοί στα πέριξ κι άλλοι πολλοί αργότερα.

        Και τι δεν κάναμε τα χρόνια εκείνα της μεθυστικής ελευθερίας μετά την επτάχρονη καταπίεση, τι σχέδια και τι όνειρα δεν είχαμε. Με τις πενιχρές συνδρομές, με κάποιες κατά περίπτωση επιχορηγήσεις του δήμου, με ρεφενέ. Αναρίθμητες εκδηλώσεις, λογοτεχνικές, κοινωνικές, μουσικές, θεατρικές, εκθέσεις ζωγραφικής, διαλέξεις, ομιλίες, συζητήσεις. Στο νοικιασμένο εντευκτήριο της Λέσχης, σε βιβλιοθήκες, σε αίθουσες του δήμου ή των συνοικιών, σε υπαίθριους χώρους. Ακόμη κι ένα μικρό βιβλιοπωλείο είχαμε στήσει έξω απ’ το γραφείο και τόπο των συνεδριάσεών μας. 

       Και τι δεν κάναμε, και ποιους δεν παρουσιάσαμε Ήδη διάσημους ή απλώς γνωστούς και πολλούς νέους και φερέλπιδες δημιουργούς ή επιστήμονες που αργότερα
καταξιώθηκαν με το έργο τους στο πανελλήνιο. Είδαμε, ακούσαμε και διαβάσαμε, ρωτήσαμε, συζητήσαμε και διαφωνήσαμε, γελάσαμε, μαλώσαμε και αγαπηθήκαμε.
 Ερωτευτήκαμε. Γιατί η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και η κινητήρια δύναμη ήταν βέβαια πολιτική αλλά και έντονα ερωτική. Πως αλλιώς θα μπορούσαν να είχαν γίνει όλα αυτά; 

        Χαρακτηριστική περίπτωση ακτιβιστή ήταν ο Γιάννης, ένας από τους νεώτερους, σημαντικός ποιητής και αργότερα κριτικός, που είχε αναλάβει τα κοινωνικοπολιτικά και, μετά την όλη προεργασία, έκανε τηλεφωκικές επαφές και επισκέψεις, και κατέφθανε πανέτοιμος στις συνεδριάσεις με ένα μακρύ κατάλογο. Σεμνός και σοβαρός, με το φυσικότερο ύφος του κόσμου, άρχιζε να αραδιάζει προς έγκριση δεκάδες θέματα και πιθανούς ομιλητές, κυρίως απ’ τα πανεπιστήμια, τους οποίους παρουσίαζε μετά ο ίδιος στις εκδηλώσεις.

         Η κυριότερη εκδήλωση σε ευρεία κλίμακα ήταν η ετήσια Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση, ιδέα του Ανέστη, που οργανώθηκε τις περισσότερες φορές στο θέατρο του κήπου, με επιχορήγηση του Δήμου και σε συνεργασία με το Παράρτημα Θεσσαλονίκης της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης. Εκεί παρουσιάστηκαν διαδοχικά οι τρεις μεταπολεμικές ποιητικές γενιές και οι ποιητές της Κύπρου, κάθε φορά σε ένα ζωντανό και ενημερωμένο ακροατήριο πεντακοσίων περίπου ατόμων, αριθμό εξωπραγματικό για εκδηλώσεις αυτού του είδους.

Με συγκινητικές στιγμές, όπως τότε που ένα δεκάχρονο κοριτσάκι έσκυψε και χάιδεψε τον Βασίλη μόλις κάθισε στη θέση του μετά την ανάγνωση των ποιημάτων του. Και με διαφωνίες και καυγάδες στη συζήτηση που ακολουθούσε, συχνά για τη στρατευμένη ποίηση.

         Η Λέσχη ήταν στον αριθμό 114 της Τσιμισκή, που θύμιζε το ακροτελεύτιο άρθρο του συντάγματος για τον πατριωτισμό των ελλήνων, ενώ η Κίνηση στο 115, στη συμβολή με τη Γούναρη, διαγωνίως απέναντι. Με γραμματέα, συντονίστρια, ψυχή της Κίνησης τη Στέλλα, με ζωγράφους, ψηφιδογράφους, ποιητές, φιλόλογους και κριτικούς, με τον Φώνη, τον Αριστείδη, τον Βασίλη, τον Γιώργο, τον Πάνο, τον Βαγγέλη, τη Μαρία και τη Λιάνα, την Αφροδίτη, την  Παυλίνα και πολλούς άλλους. Και με το ίδιο πάθος.

         Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Λέσχη ήταν πιο ανεξάρτητη και πολυσυλλεκτική ενώ η Κίνηση πιο κεντρικά ελεγχόμενη, επαγγελματική και πρακτική. Πάντως, δεν βρισκόμασταν εκεί για να λύσουμε τα προβλήματα του κόμματος (που ήταν ένα, δύο ή περισσότερα), της εργατικής τάξης ή του παγκόσμιου κινήματος, και οι ιδεολογικές διαφορές απλώς υπέβοσκαν και ενοχλούσαν μόνο τους φανατικούς. Εκείνο στο οποίο  διέφερε ουσιαστικά η Κίνηση από τη Λέσχη δεν ήταν η πολιτιστική πράξη αλλά τα ονόματα και όχι όλα μάλιστα καθώς, παρά τις αναπόφευκτες αντιρρήσεις, οι δύο πολιτιστικοί φορείς λειτουργούσαν και ως συγκοινωνούντα δοχεία. 

         Στο φόντο βέβαια πάντοτε υπήρχαν τα γραφεία των κομμάτων, το μάλλον αδιάφορο για τα πολιτιστικά με τον πράσινο ήλιο, και τα δύο με το σφυροδρέπανο,
των άλλων στην Εγνατία, το δικό μας στη Μητροπόλεως κι αργότερα στη Μακένζι Κινγκ. Με αυτοτελείς κομματικές  οργανώσεις καλλιτεχνών. Άλλες συνεδριάσεις
εκεί, άλλοι προγραμματισμοί, άλλα προβλήματα. Με τον Λουκά, τον Τάκη, τον Κώστα και τη Λιάνα, τον Πρόδρομο, τον Φούλη και τη Δέσποινα, τον άλλο Γιάννη. Η δυσ-καμψία του κόμματος είχε οδηγήσει τον Μανόλη στην οργάνωση των υγειονομικών, παρά τις προφορικές και έγγραφες διαμαρτυρίες μας. Στις ολομέλειες όμως ποτέ
δεν παρέλειπε να μιλήσει για μιαν άλλη σίγουρα αλλά μάλλον ασαφή αντίληψη στον τομέα του πολιτισμού, που σίγουρα δεν είχε σχέση με την Κίνηση, αυτό επέμενε 
κάθε φορά να το τονίζει.

         Εμείς τον ακούγαμε χωρίς αντίλογο, με σεβασμό (λέξη που καθόλου δεν του άρεσε) και με αγάπη, δεν είχαμε όμως τη δική του πείρα ενώ και τα τραύματά μας ήταν διαφορετικά. Τα παιδιά της άλλης πλευράς μάς φαίνονταν θαυμάσια και τις περισσότερες φορές, όταν μας δινόταν η ευκαιρία, συνεργαζόμασταν αρμονικά.
Όχι ασφαλώς σε κομματικό επίπεδο αλλά μέσα στους πολιτιστικούς φορείς.   

         Στο φόντο υπήρχαν τα κόμματα. Που διοργάνωναν ετήσια πανηγυρικά φεστιβάλ νεολαίας, το ένα στο πάρκο της Νέας Ελβετίας και το άλλο στο πάρκο της Νέας Παραλίας, και τα δύο και με πολιτιστικό περιεχόμενο. Παράλληλα υπήρχαν οι άλλοι πολιτιστικοί και επαγγελματικοί φορείς (συνήθως χωρίς επαγγελματίες), που κι εκείνοι είχαν αξιόλογη παρουσία, όπως η Τέχνη στη Στρατηγού Καλάρη και η Εταιρία Λογοτεχνών στη Δημοσθένους, δίπλα στην Πλατεία Αριστοτέλους. Και, επιπλέον, οι σύλλογοι των περιφερειακών δήμων και των συνοικιών. Θα ήταν ένα αλλιώτικο πανόραμα να είχε σημειώσει κανείς με πολύχρωμες πινέζες σε χάρτη της πόλης όλους αυτούς τους φορείς και τους χώρους όπου γίνονταν οι εκδηλώσεις.

         Για δώδεκα έως δεκαπέντε χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας, παρουσιάστηκε στο παραδοσιακό γκρίζο τοπίο της πόλης μια πρωτοφανής άνθιση, κάτι αλλιώτικο, αληθινά  ανθρώπινο και ωραίο. Μια ελπίδα. Παρ’ όλες τις συγκρούσεις, όπως τότε που η Κίνηση διοργάνωσε μια εξαιρετικά επιτυχημένη εκδήλωση για τη Βαλκανική Ποίηση στην Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών με συμμετοχή του Βρεττάκου, της Καρέλλη και του Ρίτσου, και ποιητών από πολλές γειτονικές χώρες και ακολούθησε ένας φοβερός καυγάς στις εφημερίδες για το αν έπρεπε ή δεν έπρεπε, αντί για τους πρεσβύτες, να είχαν συμμετάσχει νεώτεροι ποιητές.

         Ύστερα, στην αρχή ανεπαίσθητα, αργότερα πιο φανερά, όλα άρχισαν να φθίνουν. Μόνο εκ των υστέρων καταλάβαμε πόσο αναπόφευκτο ήταν αυτό. Πρώτα- πρώτα, οι άνθρωποι που δούλευαν πραγματικά, που κινούσαν τα νήματα σε όλους τους φορείς, δεν ήταν και πολλοί. Πόσο μπορεί να αντέξει εκείνος που, για παράδειγμα, αφού χτυπήσει στην γραφομηχανή του γραφείου του πρακτικά, απολογισμούς και εισηγήσεις,
διακόπτοντας τις επαγγελματικές του ασχολίες, τρέχει στην Εταιρία Λογοτεχνών κι από κει στην κομματική συνεδρίαση, για να ακολουθήσει ένα πέρασμα από τη Λέσχη ή την Κίνηση και μία τουλάχιστον εκδήλωση κάπου αλλού μετά; Αυτοί οι άνθρωποι, λοιπόν, που τα έδιναν όλα, είχαν και ελαττώματα, έκαναν και λάθη. Ταυτόχρονα, ωρίμασαν, κουράστηκαν, απογοητεύτηκαν. Όπως ήταν φυσικό.

        Κάποια στιγμή, επίσης, έγινε αφόρητη η μεμψιμοιρία, οι επικρίσεις, και αργότερα οι επιθέσεις απ’ τα παλιά κεφάλια που πάντοτε έβρισκαν κάτι που δεν τους άρεσε καθόλου σε όσα οι άλλοι έκαναν. Ύστερα, σαν ιστορική νομοτέλεια, ήρθε η ώρα των τρωκτικών,
το πολλαπλά βρώμικο “89 και η κατάρρευση του υπαρκτού ένα χρόνο αργότερα, τι να απομείνει; 

          Έτσι αποχώρησαν οι πρωτεργάτες και πέρασαν  στη θέση τους οι διεκπεραιωτές. Κι όταν εξαντλήθηκαν οι μηχανικές κινήσεις, οι φορείς έπαψαν και τυπικά να υπάρχουν. Ανεγέρθηκαν όμως στην πόλη μεγαλοπρεπή κτίρια πολιτισμού, κρατικά και δημοτικά, εκφωνήθηκαν λόγοι από τους αρμοδίους, δόθηκαν δεξιώσεις, έγιναν και αγιασμοί κατά τα εγκαίνια τους από τον μητροπολίτη. Α,, ναι, βεβαίως, οπωσδήποτε.           

        Περίπου τότε, διάβασα μια συνέντευξη του Μανόλη σε εφημερίδα της Αθήνας, στην οποία εκείνο που έλεγε ουσιαστικά ήταν ότι δεν είχε πια τίποτα να πει. Κάποτε υπήρχε αντίπαλος με ιδεολογία και δράση που ενέπνεε τουλάχιστον κάποιο σεβασμό, κάποτε υπήρχε έρωτας και πάθος και άρωμα, τώρα τι υπήρχε; 

      Η φλόγα που δεν σβήνει και κάποιοι γραφικοί που επέμεναν παράλογα να κάνουν το δικό τους ενώ οι νέοι απουσίαζαν; Τα πάντα που έγιναν εμπόρευμα, οι πολυτέλειες ως βασικές ανάγκες και η φρενίτιδα της κατανάλωσης; Ένας πολίτης καταχρεωμένος για να αποκτήσει τα τρία αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο κι ένα σωρό άλλα ενώ ταυτόχρονα διαμαρτύρεται ότι είναι φτωχός κι αδικημένος; Κι ενώ οι πραγματικοί απόκληροι δεν
έχουν φωνή κι ελπίδα. Το καρότο και το μαστίγιο και ο κυρίαρχος φόβος για το κάθε τι που διαβρώνει και υποδουλώνει;   

        Α, ναι, το εντευκτήριο της Κίνησης έγινε γραφείο ταξιδίων και της Λέσχης κομμωτήριο. Ή κάτι ανάλογο. 
 

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Ανταμοιβή - 36 χρόνια αργότερα !!

                                      
ανταμοιβή

και μην παραγνωρίζετε τον κίνδυνο
εγώ αμείβομαι πλουσιοπάροχα
έχω μεγάλα δικαιώματα συγγραφικά
είμαι ένας Σάυλωκ παράξενος                                    
σας δίνω την ψυχή μου δώρο
και παίρνω τη δική σας την ψυχή
προσάναμμα μια φωτιάς πάντα καινούριας

(από τη συλλογή Ο μεθυσμένος ακροβάτης, 1979)   



31.3.2015

Μήνυμα στο facebook:


Τα ματια μου δεν μπορω να συγκρατησω. Η ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΑΠΕΡΑΝΤΗ. Σα να ηταν χθες πριν απο...χρονια σας πρωτοσυναντησα στο Λυκειο που πηγαινα στους Αμπελοκήπους. Ειχατε ερθει καλεσμενος του σχολειου και μας μιληστε. Για πρωτη φορα γνωρισα απο κοντα τον ΠΟΙΗΤΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΚΗΣ.

Ειχα γραψει κατι στιχους. Σας τους εδωσα διστακτικα. Περιμενα με αγωνια μια απαντηση Η απαντηση ηρθε μετα 2- 3 μηνες θαρρω. Το εχω ακομη το γραμμα θα το σκαναρω καποια στιγμη να σας το δειξω. ...''Οι στιχοι σου καθρεπτιζουν την αγνοτητα της παιδικης ψυχης σου Τόλης Νικηφόρου'' Με σημαδεψαν αυτες οι λεξεις δεν τι εβγαλα ποτε απο μεσα μου.

Παντα μαθαινα για εσας. Ηθελα να ξανα συναντησω. Τις συμβουλες σας τις κρατησα ως θησαυρο και το γραμμα σας το διαβασα στα παιδια μου. Η μεσαια ειναι 17 μαθαινει μουσικη, βυζαντινη παραδοσιακη, μαθαινει 4 οργανα παραδοσιακα και γραφει ποιηματα.
Το γραμμα σας μπορει να το διαβασε και 50 φορες. Καθε φορα που θελει να γραψει...ειναι σα σημειο αναφορας πια και γι αυτην τα λογια σας.

Και να που σημερα εντελως τυχαια βγαινει το ονομα σας στις προτασεις φιλων. Δεν πιστευα στα ματια μου. Αυτη ειναι τελκα η μαγικη πλευρα του διαδικτυου

Υποκλινομαι μπροστα στο μεγαλειο της ψυχης σας και στο ανεξιτηλο ταλεντο σας
με αγαπη απεραντη

Μαρια

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Φιλόλογοι με δίδαξαν και με μεγάλωσαν ...


           «Αυτός ο ανθρωπάκος με το καφέ κοστούμι ήταν ένα μυστήριο κάτω από το αμείλικτο φως της σχολικής ζωής. Μια τάξη εφήβων που όλα τα χλεύαζε, σε κείνον ήταν πρόθυμη όλα να τα συγχωρήσει. Να συγχωρήσει ότι είχε γυναίκα καθηγήτρια και δυο παιδιά με αρχαία ελληνικά ονόματα, να συγχωρήσει τις συμβάσεις και τις αδυναμίες του. Και να αισθάνεται ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει τίποτα για να του συγχωρήσει. Ενώ παρακολουθούσε και την παραμικρή γκριμάτσα του, έβρισκε εξαιρετικά χαριτωμένο το μπερεδάκι του, ρουφούσε τις καυστικές παρατηρήσεις του. Και τον είχε εκλέξει σύμβουλο της τάξης ομόφωνα και δια βοής.
            Εκείνος έκανε απλώς τα καθημερινά. Διάβαζε αρχαία ή νέα ελληνικά, διάβαζε ποίηση και πεζογραφία, και δεν απήγγειλε ποτέ. Έκανε τις επισημάνσεις του, έλεγε τις απόψεις του, μιλούσε για τις εμπειρίες του, όμως την περισσότερη ώρα άκουγε. Τους άκουγε, τους πρόσεχε, ενδιαφερόταν για τον πρώτο και για τον τελευταίο μαθητή. Και μια ματιά του αρκούσε όταν, καμιά φορά, σε κάποιο από τα εξημερωμένα τώρα θηρία ξυπνούσαν τα αρχέγονα ένστικτα.
            Αν ήταν ναύαρχος θα γελούσαν, αν ήταν πλοίαρχος θα τον αμφισβητούσαν, αν ήταν άλλος αξιωματικός του ναυτικού, θα αντιμετώπιζε τη δολοφονική ειρωνεία της τάξης. Αν ήταν μόνον ένας άξιος φιλόλογος, ένας ανώτερος, μια εξουσία, θα περιορίζονταν σε μηχανικές κινήσεις. Εκείνος όμως κατείχε επάξια τον μεγαλύτερο βαθμό στο ναυτικό, τον βαθμό που του είχαν απονείμει οι παλιότεροι και που απαιτούσε το ήθος της τάξης.
            Ήταν ο Μούτσος, ο δικός τους μούτσος. Αυτός που πρόφερε τις μαγικές λέξεις για να γαληνέψει η μανιασμένη θάλασσα. Ένας αλχημιστής της καθημερινότητας που κατείχε τη μυστική φόρμουλα, ίσως από την αρχαιότητα, για να μετατρέψει κάθε κοινό μέταλλο σε χρυσάφι. Ή μια συνηθισμένη ώρα διδασκαλίας σε συναρπαστική εξερεύνηση. Κι έτσι να οδηγήσει το καράβι της εφηβείας τους σε κάποιο άγνωστο αλλά ασφαλές λιμάνι. Έτσι να προστατέψει από τους άλλους και ιδίως από τον ίδιο τους τον εαυτό την, κάτω από σκληρό περίβλημα, σχεδόν απόλυτη αθωότητα της ηλικίας τους.

(απόσπασμα από το διήγημα Ο μεγαλύτερος βαθμός στο ναυτικό της συλλογής Νόστος, 2000)


Έχω αδυναμία στους φιλόλογους. Φιλόλογοι, έλληνες και ξένοι, κυρίως αμερικανοί, με δίδαξαν και με μεγάλωσαν, φιλόλογοι μετέφρασαν τα ποιήματά μου σε ξένες γλώσσες, φιλόλογοι μελέτησαν και έκριναν τη λογοτεχνική μου εργασία, φιλόλογοι με ανθολόγησαν και με βράβευσαν, φιλόλογοι έπαιξαν από πολλές απόψεις σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, δυο φορές με παρουσίασαν στον σύλλογό τους στη Θεσσαλονίκη, μία στο Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. και άλλη μία στη στη Βέροια, στους φιλόλογους της Ημαθίας. Και ένας νεώτερος φιλόλογος, ο Φώτης Συμεωνίδης, γύρισε ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή μου με τίτλο «Σ'΄αγαπώ-Ελογοκρίθη», που προβλήθηκε πριν μερικές μέρες στο 17ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης.

Στην σύγχρονη ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, ο κατάλογος των φιλόλογων που ήταν ταυτόχρονα σπουδαίοι ποιητές και πεζογράφοι είναι ατέλειωτος. Από τα χρόνια του Ανατόλια, θα μνημονεύσω τον αγαπημένο μας Τάσο Γεωργοπαπαδάκο, για τον οποίο έγραψα το παραπάνω διήγημα χωρίς ίχνος υπερβολής, και τους Νίκο Παπαχατζή, Θόδωρο Μαυρόπουλο, Χρήστο Φράγκο, Λάμπρο Παραρά, Γιώργο Μιχαλόπουλο. Και τους αξέχαστους αμερικανούς φιλόλογους Billy Compton και Osborn Smallwood.

Τι έμεινε τελικά από όλα αυτά; Να εκπληρώσει κανείς τον προορισμό του, να είναι συνεπής, να τιμήσει εκείνο που του δόθηκε. Έτσι μπορώ για μια φορά ακόμη να γυρίσω τώρα στους φιλόλογους των εφηβικών μου χρόνων αλλά και σε όλους τους φιλόλογους της ζωής μου, να τους ευχαριστήσω με όλη μου την καρδιά και να τους πω ότι δικαίωσα τις προσδοκίες τους, ότι φάνηκα συνεπής στη ζωή μου. Τόσο απλά.  Ευχαριστώ.
 

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Η ποίηση όμως δεν κινδυνεύει


ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΟΥ «Μ» ΚΩΣΤΑ ΚΡΕΜΜΥΔΑ
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ '90
(τεύχος 28, Σεπτέμβριος 2002) 

Τα ερωτήματα που κατά καιρούς διατυπώνονται δημοσίως ως προς την πορεία της τέχνης και της λογοτεχνίας, την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ρευμάτων, ανησυχιών και διαλόγου ναι μεν είναι εύλογα, πλην όμως γνωστά. Αυτό που θα ήταν συνεισφορά, είναι η διατύπωση ουσιαστικών προτάσεων που θα συνέβαλαν πραγματικά στο ξεκίνημα ενός διαλόγου. Τα ερωτήματα είναι κοινά, οι απαντήσεις είναι το ζητούμενο∙ αν και συνήθως αποφεύγονται τόσο τα πρώτα, όσο και οι δεύτερες. Σημασία έχει το «φαίνεσθαι» και το «προβάλλεσθαι» παντοιοτρόπως και ποικιλοτρόπως. Η ατομική υπεροχή μέσω μιας αυτιστικής συμπεριφοράς όχι μόνο αποτρέπει την παραχώρηση ζωτικού χώρου στον άλλο, αλλά αντιθέτως επιβάλλει την αποσιώπηση των απόψεων, όταν δεν κατορθώνεται η πλήρης εξαφάνισή τους. Ο διάλογος προϋποθέτει αποδοχή∙ ο σύγχρονος πολιτισμός δημόσιες σχέσεις. Οι καινούριες ιδέες και τα νέα ρεύματα δεν εξασφαλίζονται με κεντρικούς προγραμματισμούς, με διακηρύξεις, κρατικές χορηγίες ή κομματικές αναρριχήσεις, όταν μάλιστα συστηματικά αγνοούνται και συχνά περιθωριοποιούνται οι ίδιοι οι δημιουργοί των ιδεών και των ρευμάτων.
Μακριά από μας η μακαριότητα ενός καλοβαλμένου μικρόκοσμου. Προσεκτικοί σε μανιφέστα, παραμένουμε εν τούτους πρόθυμοι σε συνεργασίες, συλλογικότητες κι απόψεις που αναγκαστικά προχωράνε τη σκέψη και την ελπίδα μας. Παλιότερο όνειρο του συνεργάτη μας Χρήστου Ηλιόπουλου ο διάλογος για την τέχνη από τις στήλες του «Μανδραγόρα»∙ όμως στην κοινωνική συγκυρία της ιδιωτικότητας και της απομόνωσης ο διάλογος μέσα από το περιοδικό παρέμενε ανεκπλήρωτη επιθυμία μας. Απρόσμενη η ζεστή και ουσιαστική συμβολή του Τόλη Νικηφόρου μας κέντρισε για δημοσίευση (κι όχι μονάχα για τα επαινετικά εισαγωγικά του σχόλια). Πρόθυμοι για τη συνέχεια παραμένουμε διαθέσιμοι και διατεθειμένοι.
«Μ»    

Φίλε μου Κώστα, 

Ευχαριστώ θερμά για τα δώρα σου. Τα ωραία, τα ενδιαφέροντα, τα ερεθιστικά. Την «Ανθολογία Ποίησης της Γενιάς του '90 Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς», τα ποιήματά σου «Μηνύματα σε κινητό» και τα ποιήματα του Αλέξανδρου Αραμπατζή «Δύο Δρυοκολάπτες δραπετεύουν από το Δρυοκολαπτεκκολαπτήριο» (με προσοχή αυτή τη λέξη, ε;)
Τα βιβλία του Μανδραγόρα, εκτός από την όραση, απευθύνονται στην όσφρηση και στην αφή μου, μου δίνουν μια αίσθηση του εξ αποστάσεως οικείου και του ερωτικού. Μακάρι να 'ξερά γιατί. Ίσως επειδή αναδίδουν τον πόνο, το μεράκι και τον έρωτα εκείνων που τα γέννησαν. Χώνονται, λοιπόν στα χέρια μου, κι εκεί, σαν πλάσματα ζωντανά (που είναι), μοσχοβολούν, χαϊδεύονται, μου εμπιστεύονται τα μυστικά τους. Όχι όλα. Όσα είναι ασφαλές για όλους να γνωρίσουμε.
Τρία τα βιβλία, τρεις και οι απαντήσεις. Πρώτα για την ανθολογία. Τη διάβασα με εξαιρετικό ενδιαφέρον, από τη σύντομη εύστοχη εισαγωγή σου και τη διορατική αναλυτική παρουσίαση της Αγγελικής Κωσταβάρα, ως τα αντιπροσωπευτικά δείγματα της δουλειάς των 35 νέων ποιητών. Να σκεφτείς ότι, ως τώρα, ήξερα μόνο τον Γιώργο Λίλλη και την Αριστέα Παπαλεξάνδρου, κι αυτούς χάρη στις εκδόσεις του Μανδραγόρα.
Μίλησες για διάλογο (τα ίδια τα κείμενα τον προκαλούν), και αισθάνθηκα αμέσως την ανάγκη να ανταποκριθώ. Πρώτα απ' όλα για να πω πόσο χάρηκα με την παρουσία της πολύχρωμης νεότατης γενιάς, με τα τόσο ζωντανά και προικισμένα αυτά παιδιά που μερικές φορές μου θύμισαν τη δική μου πίκρα, οργή και απελπισία όταν τύπωσα τους Άταφους το 1966, περίπου όταν γεννήθηκε ο μεγαλύτερός τους. Και το συμπέρασμα; Όχι, η ποίηση δεν κινδυνεύει. Ούτε από τα μεγάλα συμφέροντα, ούτε από τους εμπόρους που δεν την προωθούν, ούτε από την εξουσία, το υπουργείο παιδείας, τις κρατικές επιτροπές και τον τύπο, ούτε από το καταναλωτικό πρότυπο της κοινωνίας και τη γενική αποχαύνωση. Αρκεί να έχουμε όλοι επίγνωση των ορίων μας και του προορισμού μας. Όπως διαισθάνομαι ότι συμβαίνει με αυτούς τους νέους ποιητές.
Και βέβαια συμφωνώ με τις περισσότερες από τις διαπιστώσεις και τις παρατηρήσεις σας, τις δικές σου και της Αγγελικής. Θα ήθελα όμως να σας υπενθυμίσω τις κοινωνικές συνθήκες και την κατάσταση του ανθρώπου σε προηγούμενες εποχές, να επισημάνω την αναλλοίωτη φύση του ποιητικού φαινομένου και τη στάση του ποιητή σ' αυτόν τον αποτρόπαιο κόσμο που είναι ταυτόχρονα και κόσμος των θαυμάτων.
Ο κάθε ποιητής ζει με την αυταπάτη της μοναδικότητας. Της μοναδικότητας των συνθηκών μέσα στις οποίες διαδραματίζεται η προσωπική του περιπέτεια, της μοναδικότητας της ποιητικής του έκφρασης, της μοναδικότητας της γενιάς του. Και, βέβαια, της μοναδικότητας των δικών του συγκινήσεων, του δικού του έρωτα, των δικών του απογοητεύσεων, των δικών του κοινωνικών και υπαρξιακών προβλημάτων. Και είναι φυσικό αυτό, αφού ο δημιουργός ιδιαίτερα αλλά και κάθε άνθρωπος είναι προορισμένος να ανακαλύπτει τον κόσμο απ' την αρχή.
Μετά από τόσες διαψεύσεις, μετά από δεκαετίες άγχους και κατάθλιψης και μέσα σε τόσες θηριωδίες και απειλές, πρώτος εγώ θα έλεγα ότι ζούμε σε μια τραγική εποχή. Με τον θάνατο και την πορνεία να παρελαύνουν ξετσίπωτα στις οθόνες και νέους εφιάλτες να προβάλουν κάθε τόσο στον ορίζοντα. Όπως εξάλλου το έχω εκφράσει στα βιβλία μου. Ποια εποχή όμως υπήρξε καλύτερη; Στην Ελλάδα, τις ευρωπαϊκές και τις άλλες χώρες; Μήπως το σφαγείο των χαρακωμάτων του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η μικρασιατική καταστροφή και η προσφυγιά, οι δικτατορίες του μεσοπολέμου, η γραμμή παραγωγής που έστησαν οι ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης με πρώτη ύλη τα κουφάρια των αθώων, οι δυο ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία, το εκ των προτέρων καταδικασμένο αντάρτικο, ο ψυχρός πόλεμος και η ισορροπία του πυρηνικού τρόμου, η δικτατορία των ηλιθίων; Η μήπως η άγρια φτώχεια, η καταπίεση και η καθολική κοινωνική υποκρισία, η σκλαβιά των γυναικών και, παλιότερα, η ελέω θεού εξουσία, ο μεσαίωνας και η κληρικοκρατία. Με το προσδόκιμο της ζωής στα τριάντα και τα σαράντα χρόνια. Όπου και να ανατρέξει κανείς με καθαρό μυαλό, βλέπει ουσιαστικά το ίδιο έργο, την ίδια τραγωδία, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Απλούστατα, τότε είχαμε το προνόμιο της άγνοιας, ξέραμε μόνο τη γειτονιά μας και λίγο παραέξω, δεν εισέβαλε η φρίκη κάθε μέρα στο καταφύγιό μας.
Κατά τη γνώμη μου, η αλήθεια είναι ότι το πλάσμα που σηκώθηκε στα πισινά του πόδια κάπου στη Νότια Αφρική πριν ένα με ενάμισι εκατομμύριο χρόνια και ονομάστηκε homo erectus, εξακολουθεί να ζει την προϊστορία του. Ένα ανθρωποειδές στην κορυφή της διατροφικής αλυσίδας, ικανό για το καλύτερο και, ιδίως για το χειρότερο, βυθισμένο στην αμάθεια και την αυταρέσκεια, ένας φονιάς των άλλων πλασμάτων αλλά και των ίδιων των αδελφών του. Που ωστόσο έχει τη δωρεά να ρωτάει, να αγωνίζεται και να ματώνει για να φθάσει κάπου αλλού, να αγγίσει το φως και την ουτοπία. Η Ελλάδα, λοιπόν, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, πάντοτε βούλιαζε μέσα στα σκατά. Την εποχή του Αναγνωστάκη μάλιστα, που ήταν και δικά μου παιδικά χρόνια, τα σκατά ήταν πιο δύσοσμα, μέσα στο περιτύλιγμα των υποσχέσεων και των ψευδαισθήσεων και έπνιξαν την ωραιότερη ίσως γενιά των ρομαντικών και ονειροπόλων, για να διαπιστώσουν οι επιζήσαντες εκ των υστέρων ότι το κιβώτιο ήταν αδειανό. Όπως ισχύει και για τον νόμο, είναι σκληρή η αλήθεια, αλλά παραμένει η αλήθεια. Και ποίηση, με τον δικό μου ορισμό, είναι η δια του λόγου αναζήτηση της αλήθειας.
Για ποια άνθιση (κάποτε) της ποίησης λοιπόν μιλάμε, και για ποιον εξοβελισμό της (τώρα) από την κοινωνία; Ποιος ενδιαφερόταν ποτέ για την ποίηση; Ο Σεφέρης δεν τύπωνε τα βιβλία του σε 300 αντίτυπα; Αποφοίτησα από το Ανατόλια το 1957, ένα σχολείο με φιλελεύθερη παράδοση, καταφύγιο αριστερών καθηγητών, με λαμπρούς φιλολόγους, όπως ο Παραράς, ο Γεωργοπαπαδάκος, ο Παπαχατζής και ο Μιχαλόπουλος, και αποφοίτους εκείνης της δεκαετίας, μεταξύ των άλλων, τον Βασίλη Βασιλικό, τον Περικλή Σφυρίδη, τον Ανέστη Ευαγγέλου, τον Σάκη Παπαδημητρίου. Πόσοι διάβαζαν ποίηση σε μια τάξη 110 εφήβων ; Πέντε ή εφτά; Στα γραφεία της μεγάλης εταιρίας στο κέντρο του δυτικού Λονδίνου, όπου εργάστηκα. (1967-1971), κανένας από τους δεκάδες άγγλους, αμερικανούς και πολλών άλλων εθνικοτήτων συναδέλφους μου (αστούς πτυχιούχους), δεν είχε ποτέ του διαβάσει ποίηση. Και βέβαια την αντιμετώπιζε, όπως λέτε, με την χλεύη (του χωριάτη), με ειρωνική συγκατάβαση (του πνευματικά καθυστερημένου) ή αδιαφορία (του απαίδευτου). Ή με ανοιχτό το στόμα (του δεκτικού αλλά ανίδεου).
Μόνον κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, και ιδίως τη δεκαετία μετά την κατάρρευσή της, υπήρξε μια άνθιση της ποίησης που ονομάστηκε στρατευμένη ή κοινωνική. Αυτό το προσωρινό φαινόμενο, σαν εκρηκτική αντίδραση στην καταπίεση και σαν μια διεκδίκηση του ονείρου, με ολόψυχη δική μου συμμετοχή, έσβησε φυσιολογικά για να κυριαρχήσει πάλι ο βόθρος. Ακόμη και τότε όμως, όταν μπαίναμε στον χώρο μιας λογοτεχνικής εκδήλωσης, γνωρίζαμε τους περισσότερους, από τους εικοσιπέντε ή τριάντα που είχαν προσέλθει, από το πίσω μέρος του κεφαλιού τους.
Είναι παρήγορο έως ζωτικό να εξωραΐζει κανείς το παρελθόν, να νοσταλγεί τα νιάτα του και την αθωότητα, να λέει εμείς ήμασταν διαφορετικοί, άλλος ο κόσμος τα χρόνια εκείνα. Οι στίχοι όμως κινητοποιούσαν τις μάζες και ανέτρεπαν καθεστώτα μόνο στη φαντασία του ποιητή. Σε ποιούς προκάλεσε αναστάτωση η γενιά του '30; Σ' εσένα, εμένα και τον Αρανίτση; Και σε μερικές εκατοντάδες έως χιλιάδες ακόμη; Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού χαμπάρι δεν πήρε ποτέ, αν καν υπήρξε μια γενιά του '30. Πληροφορήθηκε, βεβαίως, για Νόμπελ, βραβεία Λένιν και άλλα τέτοια ανέκδοτα.
Στη σκληρή πραγματικότητα, η ποίηση είναι μια ανταρσία από τους ελάχιστους και για τους ελάχιστους. Καθώς συνιστά μια επώδυνη και συγκλονιστική μετάβαση από τον κόσμο της καθημερινής κτηνωδίας στον μόλις ορατό κόσμο των θαυμάτων. Καθώς, από τη μια μεριά, προϋποθέτει μεγάλη δωρεά, καλλιέργεια και ευαισθησία τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη, κι από την άλλη θίγει την ίδια την υφή της καθημερινότητας. Της καθημερινότητας που ελάχιστα μεταβάλλεται με οποιοδήποτε κοινωνικό καθεστώς.
Πώς να αρέσει στον οποιονδήποτε νοικοκύρη, τον κύριο ή την κυρία τάδε, υπάλληλο, επιστήμονα, εργάτη, να μπαίνει κάποιος στο σπίτι του και να κατουράει στα ασημικά του;Πώς να ανεχθεί ο οποιοσδήποτε υποταγμένος να θίγονται τα ζωτικά του ψεύδη, να εξευτελίζονται τα υλικά του επιτεύγματα, να κλονίζονται τα θεμέλια της ζωής του, να απειλούνται οι συμβάσεις του, τα πρότυπα και οι εντολές του κράτους, της εκκλησίας, του τύπου, της παράδοσης; Εκτός και αν η ποίηση είναι ανώδυνη (οπότε αναιρείται η ίδια της η υπόσταση), όπως τα γνωστά χαζολογήματα που δημοσιεύονται κατά κόρον σε φυλλάδες και παραλογοτεχνικά περιοδικά.
Η ποίηση είναι ανατρεπτική (για τους ελάχιστους δεκτικούς και επαρκείς) και ο ποιητής περιθωριακός από τη φύση του. Ένας χαρισματικός αποσυνάγωγος, ένα επικίνδυνο αδέσποτο σκυλί. Γι' αυτό και ο θανάσιμος εχθρός του, η κάθε είδους εξουσία σε κάθε χώρα και εποχή, επιδιώκει να τον αλιεύσει από τον δρόμο και να τον εγκαταστήσει στην άνεση του καναπέ, να μεταποιήσει το αδέσποτο σε οικόσιτο. Να τον εξαγοράσει με τιμές, οφίκια, βραβεία, να τον γελοιοποιήσει (που είναι το ίδιο ουσιαστικά), ή να τον συκοφαντήσει. Και, στην καλύτερη περίπτωση, τον αγνοεί.
Νομίζω ότι οι ποιητές της νεότατης γενιάς ήδη διαισθάνονται την αλήθεια αυτή, όπως επισημαίνει και η Αγγελική Κωσταβάρα. Έτσι κι αλλιώς όμως, σύντομα θα την συνειδητοποιήσουν. Σύντομα θα κληθούν να απαντήσουν σε αμείλικτα ερωτήματα, να επιβιώσουν ως ποιητές ή να χαθούν. Γιατί κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν τόσοι και τόσοι ποιητές των προηγούμενων γενεών μετά το πρώτο ή το δεύτερο βιβλίο; Παρά το αναμφισβήτητο ταλέντο τους; Οι νέοι ποιητές γράφουν για τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα, για κάποιο πιστοποιητικό από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής τους; Ή μήπως γιατί αυτή είναι η εσωτερική τους εντολή, γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς; Αναγνωρίζουν το πεπρωμένο τους, την επιταγή για τη μυστική τους ολοκλήρωση;Εισπράττουν την ανταμοιβή τους πρώτα από τον ίδιο τους τον εαυτό, και μετά από τα λιγοστά αδέλφια τους; Θα μπορούσαν να ζήσουν αν κάποιος ή κάτι τους εμπόδιζε να γράψουν; Θα συνέχιζαν να χαράζουν τις λέξεις τους στο γρανίτη της σπηλιάς τους, έστω και αν ποτέ κανένας δεν ανακάλυπτε το ερημητήριό τους; Θα συνέχιζαν να γράφουν αν πίστευαν, όπως εγώ, ότι τελικά όλα θα γίνουν χώμα και δεν θα μείνει απολύτως τίποτα;
Είμαι βέβαιος ότι και η νεότατη γενιά με τη σειρά της, σύντομα θα γίνει ορατή (ό,τι και να σημαίνει αυτό), θα εκδώσει τα λογοτεχνικά περιοδικά της, θα κάνει τις κωλοτούμπες και τις αμοιβαίες εξυπηρετήσεις της, θα στείλει τους ευνοούμενούς της στις τοπικές και διεθνείς εμποροπανηγύρεις, θα συμμετάσχει σε δεξιώσεις και πολιτιστικές ολυμπιάδες, θα τιμηθεί (!) με λογοτεχνικά βραβεία. Ελάχιστη σχέση θα έχουν όμως όλα αυτά με την αξία των ποιητών, και απολύτως καμία με το μεθυστικό και ανεξιχνίαστο μυστήριο του ποιητικού φαινομένου.
Από τις διακόσιες συμμετοχές και από τους τριανταπέντε που επιλέξατε, προβλέπω ότι οι περισσότεροι θα χαθούν. Η ποίηση όμως δεν κινδυνεύει, θα συνεχίσουν οι υπόλοιποι. Κι ανάμεσά τους, εκείνοι που τους είναι αδύνατον να παραβούν την εντολή. Εκείνοι που πυρπολούνται, και γνωρίζουν ότι κανείς μα κανείς σ' αυτό τον μάταιο κόσμο δεν μπορεί να τους εμποδίσει να εκπληρώσουν τον προορισμό τους. Να πουν τα δυο τους λόγια, λόγια περηφάνειας και ελευθερίας, να προσεγγίσουν με θαμπωμένα μάτια την ουτοπία, πριν φύγουν κι αυτοί με τη σειρά τους, να περπατήσουν σχεδόν τυφλοί στα σκοτεινά, μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες, σφίγγοντας το ένα χέρι τους με το άλλο σαν νιώθουν μόνοι.
Ευχαριστώ και πάλι
με φιλικούς χαιρετισμούς και αγάπη