Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Ένας ερημίτης αξιοθαύμαστα κοινωνικός




Γνωρίζω τον Κώστα Ριζάκη περίπου τριάντα χρόνια και έχω συνεργαστεί μαζί του με δημοσιεύσεις ποιημάτων και διηγημάτων μου κατά την πρώτη και κατά τη δεύτερη περίοδο της Παρόδου. Τον γνώρισα, τον εκτίμησα και τον ανθολόγησα ως ποιητή, τον γνώρισα ως εκδότη, ως επιμελητή εκδόσεων και αφιερωμάτων,τον γνώρισα ως συνεργάτη και ως φίλο. Πολύ αξιόλογο σε κάθε ιδιότητα και δραστηριότητά του. Τον γνώρισα από τη φωνή του στο τηλέφωνο και χωρίς να έχουμε συναντηθεί ποτέ.

Και ακόμα απορώ πώς κατορθώνει ο ερημίτης αυτός μια μικρής πόλης να βρίσκεται τόσο κοντά σε όλους μας, τόσο ευεργετικά κοντά σε παλιούς και νέους, και να προσφέρει γενναιόδωρα τη γνώση και την πείρα του, ιδίως στους νέους ποιητές. Όταν,μάλιστα, δεν έχει καμία επαφή με το διαδίκτυο.

Μοναχικός και κοινωνικός, σοβαρός και παιγνιώδης, φιλικός και αυστηρός, λογικός και παθιασμένος, ευγενικός και αθυρόστομος,  ρομαντικός και παιδί της πιάτσας, πατρικός και ανυπεράσπιστος, ο Κώστας Ριζάκης αποτελεί ένα μωσαϊκό των αντιφάσεων που συνθέτουν σε παράδοξη αρμονία την προσωπικότητα ενός γνήσιου ποιητή και καταδεικνύουν τη βαθύτερη αλήθεια της ρήσης του Ηράκλειτου,  «αρμονίη αφανής φανερής κρείττων». 

Τα κυρίαρχα στοιχεία του είναι βέβαια η ποιητική παρόρμηση, η εργατικότητα και η συνέπεια. Κατά τη γνώμη μου, ο Κώστας Ριζάκης είναι ένας βαθύτατα υπαρξιακός ποιητής, που γνωρίζει καλά τον μοναχικό και μοναδικό δρόμο της ποίησης μέσα από την κοιλάδα των δακρύων. Τον δρόμο που βαδίζει εδώ και 30 χρόνια με τις έξι συλλογές του και τη συγκεντρωτική έκδοση Επιτάφιος Δρόμος, 2011. Τον δρόμο που θα βαδίσει ως το τέλος, αναζητώντας τον χαμένο παράδεισο της παιδικής αθωότητας μέσα από την αρχετυπική μορφή της γυναίκας, που στη ζωή εκφράστηκε σε κυρίαρχο βαθμό στο πρόσωπο της μητέρας του.

Παραθέτω ένα μονάχα ποίημά του, γραμμένο στα 33 του χρόνια, που πιστεύω ότι έδωσε το στίγμα του το 1993 αλλά και όταν περιλήφθηκε στη συλλογή Ο κυρίως ναός, 2006, και το δίνει και στα 57 του τώρα.

 
                                           23.4. 1993

Τριαντατρία χρόνια ράγισα στις πέτρες                                                            
πέσανε και τα ράκη που φορώ 
κρυώνω τώρα ανυπεράσπιστος μητέρα

λύσσαξε ο βοριάς που με φυσάει
πάντα ερημίτης πάντοτε ασκητής
οδεύω απ' την απόγνωση στο τέρμα

(θα γράφουν κι αύριο οι στίχοι μου στο μνήμα
μες στης ζωής το απόμακρο ακρογιάλι
θα επιστρέφω αφρισμένο κύμα

- θάλασσα στη φωνή σου θα πνιγώ !)

Δεν χάθηκε όμως και δεν θα χαθεί τόσο εύκολα ο μαχητής Κώστας Ριζάκης. Ο πόνος τον έκανε πιο δυνατό και πιο δημιουργικό. Τον θάνατο της μητέρας του ακολούθησε  αναπόφευκτα μια έξαρση του ποιητικού πάθους και της έμπνευσης με πολλά σπαρακτικά ωραία ποιήματα. Όχι απλώς ριγμένα στο χαρτί αλλά πάντα προσεκτικά επεξεργασμένα ως την παραμικρή λεπτομέρεια ούτως ώστε
να δικαιώνεται η αρχική ποιητική παρόρμηση.

Είναι μια σπάνια περίπτωση ο αξιοθαύμαστα κοινωνικός αυτός ερημίτης, που παραμένει αδιαπραγμάτευτα πιστός στις εντολές της δωρεάς του και της συνείδησής του. Ένας μακρινός σταθερός φίλος και ένας εξαιρετικά υπεύθυνος και πολύτιμος άνθρωπος της λογοτεχνίας μας.


Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Όταν πεθαίνει ένα παιδί, 1 - Η ιστορία ενός ποιήματος


Με συγκινεί η παιδική αθωότητα. Με συναρπάζει και με γοητεύει, με εμπνέει. Γι' αυτό και έχω γράψει πολλά ποιήματα για τα παιδιά. Πάντα με την απορία να αιωρείται στο μυαλό μου, αν πράγματι ήταν δική μου η πρωτοβουλία ή αν τα ίδια τα ποιήματα είχαν τελικά αποφασίσει να αναδυθούν στο φως από τον  μυστικό τους κόσμο, αν τα ποιήματα είχαν επιλέξει τον χρόνο για να γεννηθούν.

Έγραφα λοιπόν στο ποίημά μου «Ένας ξένος από παλιά στο σπίτι μας»:


«το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί/ είναι ένας ξένος που κατοικεί από παλιά στο σπίτι μας/ κυκλοφορεί στο υπόγειο/ και λούζεται με φως στο υπερώο/ διαβάζει ένα ένα τα χειρόγραφά μας/ αποκρυπτογραφεί τις μυστικές φωνές/ που ταξιδεύουν μέσα μας./ και πίνει για να μεγαλώσει/ γιαυτό και είναι πάντα μεθυσμένο./ το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί/ όπως πριν από μας επέλεξε/ αυτό το σπίτι για να κατοικήσει»

Η εμπειρία μου με το ποίημα «¨Οταν πεθαίνει ένα παιδί, 1,  είναι χαρακτηρισιτκή. Να λοιπόν πώς εκείνο αποφάσισε να γεννηθεί. 

Ήταν το καλοκαίρι του 1983. Είχαμε νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα σε μια μεγάλη οικοδομή κοντά στη θάλασσα στην Άφυτο, το αγαπημενο μας χωριό της Χαλκιδικής. Στο διπλανό διαμέρισμα έμεναν οι στενοί μας φίλοι Βύρων και Κική με τη κορούλα τους, τη βαφτισιμιά μου Ελένη. Η Ελένη ήταν τότε τεσσάρων ετών, ο δικός μας Νίκος τρεισήμισι. 

Οι μέρες περνούσαν με μπάνιο, ηλιοθεραπεία και φαγητό στο ταβερνάκι της αμμουδιάς λίγο πιο κάτω. Και βέβαια με τις αναπόφευκτες πολιτικές και άλλες συζητήσεις. Ένα πρωί μετά το μπάνιο, καθόμουν σε μια πλαστική πολυθρόνα στη σκιά και παρακολουθούσα τον Νίκο και την Ελένη να παίζουν στο χαμηλό κουρεμένο γρασίδι της αυλής. Ήταν μια εικόνα γαλήνης ομορφιάς και αθωότητας.  Και τότε ξαφνικά, σαν από το τίποτα, μέσα σ' αυτό το ειδυλλιακό περιβάλλον, μου ήρθε στον νου η εικόνα των παιδιών του τρίτου κόσμου και η παρόρμηση να εκφράσω όσα με πλημμύρισαν εκείνη τη στιγμή. Ήταν κάτι σαν λάμψη, σαν ακαταμάχητη ανάγκη και απαράβατη εντολή.  Έγραψα λοιπόν επιτόπου το ποίημα Όταν πεθαίνει ένα παίδί, 1 με τις εικόνες και τις λέξεις να ρέουν κρουνηδόν στο μυαλό μου, το ποίημα να βγαίνει ολοκληρωμένο και να χρειάζεται ελάχιστη επεξεργασία αργότερα. 
 



Όταν πεθαίνει ένα παιδί, 1
 
αβιταμίνωση
είναι όρος των στατιστικών δελτίων
η πείνα εξωραϊσμένη
αποπροσωποποιημένη
όπως θα τόνιζε και κάποιος διανοητής
λέξη χωρίς εικόνα

ένα παιδί είναι μονάκριβο
ένα παιδί πεθαίνει κάθε δευτερόλεπτο
με την κοιλιά πρησμένη
μάτια που δεν χωράνε πια στις κόγχες τους
σε χώρες που ονομάζονται εξωτικές
πεθαίνει στο κατώφλι του σπιτιού μου

όταν πεθαίνει ένα παιδί
πέφτει βαθύτατο σκοτάδι το ξημέρωμα
βρέχει μεγάλα δάκρυα λαμπερά
πέτρινα γίνονται τα φύλλα και τα δέντρα

όταν πεθαίνει ένα παιδί
ταράζεται ο ύπνος των αρχαίων νεκρών
κι από τη γη αναδύονται τα πρόσωπά τους
ενώ σαν χάλκινο πουλί
ο άνεμος τοξεύεται στο χώμα

όταν πεθαίνει ένα παιδί
οι λέξεις κι οι φωνές συντρίβονται
τριγύρω ο κόσμος καταρρέει

Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Πορεία και αρχικά συμπεριλήφθηκε στη συλλογή ποιήματων Ο πλοηγός του απείρου, 1986. ΄Έντεκα χρόνια αργότερα το μετέφερα, μαζί με το ποίημα Όταν πεθαίνει ένα παιδί, 2, στη συλλογή Την Κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, 1997. Φυσικά, υπάρχει και στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων μου Ο πλοηγός του απείρου, ποίηματα 1966-2002, 2004. 


Σημαντικότερη είναι ασφαλώς η ευρεία απήχηση που είχε το ποίημα αυτό στην πορεία του χρόνου. Διαβάστηκε σε διάφορες εκδηλώσεις, δημοσιεύτηκε σε περιοδικά και σε ιστολόγια του διαδικτύου και, το κυριότερο, βρίσκεται εδώ και πάνω από 10 χρόνια στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Μέσης Εκπαίδευση στην Ελλάδα και, πιο πρόσφατα, στην Κύπρο. Πολλοί φιλόλογοι το έχουν αναλύσει και δεκάδες χιλιάδες μαθητές το έχουν διαβάσει, μερικές φορές με δάκρυα στα μάτια, όπως μου έχουν πει. Αρκετές φορές μάλιστα με κάλεσαν σε σχολεία της περιοχής Θεσσαλονίκης  
για το ποίημα αυτό.

Τι αημαίνει λοιπόν έμπνευση και ποια είναι η πηγή της; ΄Και, απείρως πιο σημαντικό, θα σταματήσει ποτέ σ' αυτόν τον αποτρόπαιο κόσμο, που είναι ταυτόχρονα και κόσμος των θαυμάτων, η εξόντωση των αθώων; Μια ποιητική φωνή είναι ένα τίποτα !! Έστω με αυτό το τίποτα λοιπόν ας επιβεβαιώσουμε το όνειρο και τον αγώνα μας για έναν καλύτερο κόσμο !!