Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Η ζωή μας θα γλιστράει δίπλα ...Η ιστορία ενός ποιήματος





Περαία, Μπαχτσέ Τσιφλίκι ή Νέοι Επιβάτες, Αγία Τριάδα. Τα τρία ψαροχώρια απέναντι στον κόλπο, όπου πολλές οικογένειες της πόλης έκαναν τις διακοπές τους τα καλοκαίρια της δεκαετίας του 1950 και αργότερα. Σε κάποιο νοικιασμένο δωμάτιο ή, συνηθέστερα, σε μεγάλη σκηνή δίπλα στον χωματόδρομο λίγο μετά τα σπίτια του χωριού. Η ξύλινη εξέδρα με τα σιδερένια υποστηρίγματα και στα τρία χωριά προχωρούσε αρκετά βαθιά μέσα στη θάλασσα για να πιάνουν τα ψαροκάικα και, κυρίως, τα βαποράκια που έρχονταν από τη Θεσσαλονίκη, η Λευκή,η Ευδοκία, ο Ποσειδών και άλλα. Εξέδρα εξαιρετικά κατάλληλη βέβαια και για βουτιές.   
      Όταν λοιπόν στεκόσουν κάπου στην εξέδρα και κοίταζες κάτω τη θάλασσα με την ανεπαίσθητη ροή της προς την αμμουδιά, είχες την αίσθηση ότι η εξέδρα προχωρούσε προς τα βαθιά. Η αίσθηση αυτή αναδύθηκε για να εκφράσει τη ζωή μου προς τα μέσα της δεκαετίας του 1960, όταν έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, το μεγάλο ποίημα με τίτλο   «Οι άταφοι».                       
        Η δεκαετία του 1960 ήταν σίγουρα μια περίοδος εξαιρετικά ενδιαφέρουσα με διάφορα σημαντικά πολιτικά, κοινωνικά και καλλιτεχνικά γεγονότα, όπως η δικτατορία στην Ελλάδα και ο Μάης του 1968 στη Γαλλία, η μόδα και τα μουσικά συγκροτήματα στην Αγγλία, εγώ όμως τα πρώτα χρόνια της, μετά τα οικογενειακά προβλήματα και τις περιπέτειες των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων, ένιωθα να είχα καταλήξει σε μια αποπνικτική ρουτίνα μέσα στο συντηρητικό περιβάλλον της γενέθλιας πόλης. Οι τυπικές καθημερινές κινήσεις  στον περίγυρο, οι αιώνιες υποκριτικές σχέσεις, το καταπιεστικό καθεστώς και η εξοντωτική μονοτονία της δουλειάς μου στη τράπεζα, με έκαναν να αισθάνομαι ότι οι κάτοικοι της πόλης κάθε άλλο παρά ζωντανές οντότητες ήταν. Χωρίς να εξαιρώ τον εαυτό μου.  
        Κάπως έτσι αναδύθηκε στη επιφάνεια η ανάγκη μου να γράψω το μεγάλο ποίημα «Οι άταφοι» την άνοιξη  και το καλοκαίρι του 1966. Και να πώς τελείωνε το ποίημα:

      ένα σιδερένια καράβι
      την πλατεία μας περιμένει

καρφωμένο 
με λεπρούς ναύτες χωρίς μάτια
αμίλητοι θα ταξιδέψουμε
η ζωή μας θα γλιστράει δίπλα 
αφήνοντας την ψευδαίσθηση της κόνησης

       Ποτέ άλλοτε δεν διαψεύστηκα τόσο γρήγορα και τόσο πανηγυρικά. Λες και είχα θίξει την ίδια τη ζωή, που βάλθηκε να μου αποδείξει το αντίθετο, να μη με αφήσει καθόλου να πλήξω. Αλλαγή δουλειάς στη Θεσσαλονίκη, γνωριμία μου και κοινή ζωή με τη Σοφία, κάθοδος στην Αθήνα, δικτατορία, νέα εργασία και ζωή στο Λονδίνο, συναρπαστική πρωτεύουσα του κόσμου, ταξίδια σε πολλές χώρες, πρώτα πολιτικός και μετά θρησκευτικός γάμος, αποξένωση, κατάθλιψη και κρίσεις πανικού, επιστροφή στην Ελλάδα, παράνομη επίσκεψη των γονέων της Σοφίας στη Ρουμανία, θάνατος του πατέρα μου, γενική επιστράτευση και κατάρρευση της δικτατορίας, μεταπολίτευση και μεγάλος σεισμός της Θεσσαλονίκης. Και τόσα και τόσα άλλα. Και όμως. Μέσα από τις τόσες δραστηριότητες μου, επαγγελματικές, πολιτικοκοινωνικές και λογοτεχνικές, και χίλιες δυο περιπέτειες, η αίσθηση του τέλματος αναδυόταν ακέραια. Όπως αποδείχτηκε πολύ αργότερα στο ποίημα που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο», 1999.

σε ακύμαντα νερά




καθώς η θάλασσα έρρεε προς την αμμουδιά                     η σκάλα με τα βαποράκια απτόητη                           
προχωρούσε στ’ ανοιχτά                                                                                              ξεχείλιζε στις κουπαστές ο κόσμος                                                  κι εγώ από τις χαραμάδες                                 βυθιζόμουνα σε ακύμαντα νερά             
παξέ Τσιφλίκι μήνα καλοκαιρινό                            
λι ενώ μακριά αχνά χαμογελούσε η πόλη
και πίσω μου αντηχούσαν μουσικές



       Ίσως να ήταν  η απώλεια στα παιδικά μου χρόνια, η αίσθηση του ανικανοποίητου και της ματαιότητας, το κενό εκείνο στην ψυχή μου που δεν γεμίζει. Ίσως πάλι να πρόκειται για κρίσεις προσωρινές πριν την αναπόφευκτη επάνοδό μου στην κανονική ζωή, αν κάτι τέτοιο μπορεί να υπάρξει για μένα. Το μυστήριο που ονομάζεται ποίημα τα γνωρίζει όλα αυτά. Τα γνωρίζει καλύτερα από μας. Κι όταν κρίνει ότι έχει έρθει η ώρα, τα εκφράζει με τον δικό του τρόπο.