Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Δεν είναι κύριος, είναι ποιητής !!


Το περιστατικό έγινε πριν 10-15 χρόνια σε μια εκδήλωση προς τιμήν του Κλείτου Κύρου στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης. Κατά την αναφορά του στο έργο του ποιητή, ο εισηγητής μας βομβάρδιζε με αλλεπάλληλα «ο κύριος Κλείτος Κύρου» και  «ο κύριος Κλείτος Κύρου».  Δεν άντεξα τελικά και από την κατάμεστη αίθουσα φώναξα : «δεν είναι κύριος, είναι ποιητής». Περιττό να πω ότι ο εισηγητής συνέχισε απτόητος το βιολί του.

Καταλαβαίνω ότι οι προθέσεις του ομιλητή ήταν καλές αλλά αυτά τα κατάλοιπα του καθωσπρεπισμού δεν έχουν θέση στη λογοτεχνία. Δεν έχουν θέση σε καμία μορφή τέχνης. Ο ποιητής είναι ποιητής και ο πεζογράφος πεζογράφος. Σκέτος ποιητής και όχι κύριος, όχι «ο ποιητής κύριος Κλείτος Κύρου» ούτε «η ποιήτρια κυρία Κική Δημουλά».  Όπως και ο συνθέτης είναι συνθέτης, ο ζωγράφος ζωγράφος κ.ο.κ.  «Ο ποιητής Κλείτος Κύρου» λοιπόν αρκεί για να προσδιορίσει την ιδιότητα του τιμώμενου και ήδη αποτελεί τίτλο τιμής.

Έχω κι εγώ προσωπικά υποστεί αυτό το μικρό μαρτύριο σε κάποιες παρουσιάσεις. βιβλίων μου. Δεν είναι κάτι για το οποίο μπορείς να προειδοποιήσεις τους ομιλητές, ούτε φυσικά έχω πλέον τη διάθεση να τους διακόψω, όσο ευγενικά κι αν μπορεί να γίνει αυτό.  Θα έπρεπε ήδη να γνωρίζουν αυτά που θεωρώ ως στοιχειώδη. Δύο ακόμη από τα στοιχειώδη της λογοτεχνίας θα αναφέρω παρακάτω.

Βλέπω σε διάφορα ιστολόγια, στο facebook και αλλού να γράφουν για «ποίηση και λογοτεχνία». Ακόμη και σε τίτλους ιστολογίων. Διερωτώμαι αν αυτοί που το κάνουν έχουν ποτέ ζητήσει από τον μανάβη «μήλα και φρούτα». Και πώς θα τους κοίταζε εκείνος αν το έκαναν. Γιατί, φυσικά, η ποίηση είναι λογοτεχνικό είδος και εκείνο που θα ήθελαν να πουν οι διάφοροι επίδοξοι ποιητές ή ανθολόγοι είναι «ποίηση και πεζογραφία». Πεζογραφία λοιπόν, κυρίες και κύριοι, σε αντιδιαστολή με την ποίηση  και όχι λογοτεχνία.

Τρίτη και τελευταία περίπτωση προς το παρόν είναι οι εισηγητές σε λογοτεχνικές παρουσιάσεις. Οι ποιητές και οι πεζογράφοι της γενιάς  του “30 και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς δεν παρουσίαζαν σχεδόν ποτέ τα βιβλία τους. Οι λογοτεχνικές εκδηλώσεις άρχισαν κυρίως μετά τη δικτατορία με μεγάλη σεμνότητα. Ήταν ομαδικές κατά κανόνα με έναν εισηγητή αλλά και προσωπικές για καθιερωμένους λογοτέχνες πάλι με  έναν εισηγητή. Θυμάμαι τη χαρακτηριστική περίπτωση του    ποιητή Σαράντου Παυλέα κατά την εκδήλωση που είχε διοργανώσει η Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών στις αρχές της δεκαετίας του ’80 για την πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά. Ενώ ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία, προφανώς για πρώτη φορά θα διάβαζε ποιήματά του μπροστά στο κοινό και ήταν συνεσταλμένος, έντονα και συγκινητικά συνεσταλμένος !!

Με τα μέσα που διαθέτουμε σήμερα, τις αίθουσες των βιβλιοπωλείων, τις δημοτικές βιβλιοθήκες, τις καφετέριες και τα μπαράκια και διάφορες άλλες αίθουσες (για να μην αναφέρω το διαδίκτυο όπου γίνεται άλλου είδους χαλασμός), αλλά και με την αβυσσαλέα τάση δημοσίων σχέσεων   και αυτοπροβολής, έχουμε φτάσει στο σημείο ένας πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής ή ποιήτρια να παρουσιάζεται από τρεις ή και τέσσερις ομιλητές. Δεν νομίζετε ότι είναι υπερβολικό, για να μην πω γελοίο; Τι περισπούδαχτο να αναφέρουν για το «έργο» του νεοσσού οι τρεις ή τέσσερις εισηγητές; Ενώ βέβαια η εκδήλωση συχνά συντονίζεται από έναν πέμπτο και ένας  ηθοποιός  διαβάζει ποιήματά του.  «Το χρήμα πολλοί εμίσησαν, την δόξαν ουδείς». Ο δρόμος προς τη όποια δόξα όμως συχνά οδηγεί στην κωμωδία. Έτσι παιδιά;
 

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Δεύτερη Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση - 1982 - Οι Κύπριοι ποιητές στη Θεσσαλονίκη


ΔΗΜΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Β.Ε.
Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση

Νεότεροι Κύπριοι Ποιητές (1960-1982)

Δημοτικό Θέατρο Κήπου

Σάββατο 5 Ιουνίου - 8.οο μ.μ.                         Κυριακή 6 Ιουνίου - 8.00 μ.μ.
                   
                                 Διαβάζουν ποιήματά τους οι:

- Θεοδόσης Νικολάου                                  - Ντίνα Κατσούρη
- Θεοκλής Κουγιάλης                                  - Πολύβιος Νικολάου
- Φοίβος Σταυρίδης                                      - Άνθος Λυκαύγης
- Πίτσα Γαλάζη                                            - Γιώργος Μολέσκης
- Έλλη Παιονίδου                                         - Νίκη Μαραγκού 
- Κυριάκος Χαραλαμπίδης                           - Νίκος Ορφανίδης
- Μιχάλης Πασιαρδής                                  - Λεύκιος Ζαφειρίου

                           Εισηγήσεις : Γιώργος Κεχαγιόγλου
                Ύστερα από τις αναγνώσεις θα γίνεται συζήτηση

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με τη Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Β. Ελλάδος και την  Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση, πιστεύοντας ότι η όξυνση της ποιητικής μας ευαισθησίας μας οδηγεί (όχι φυσικά από μόνη της αλλά οπωσδήποτε σταθερά και με πληρότητα) στην κοινωνική συνειδητοποίηση και ότι η ζωντανή επαφή ανάμεσα στον ποιητή και στον δέκτη της ποίησης – το κοινό - λειτουργεί θετικά (σε κάθε περίπτωση είτε άμεσα είτε έμμεσα), διοργάνωσε πέρυσι την Πρώτη Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση, στην οποία πήραν μέρος 16 ποιητές απ' όλη την Ελλάδα, που πρωτοεμφανίστηκαν στην εικοσαετία 1960-1980.

Στη φετινή Δεύτερη Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση, η παρουσίαση της ποίησης των χρόνων 1960 κ.ε. συμπληρώνεται με τη σημαντικότερη ελληνική «περιφερειακή» ποιητική παραγωγή έξω από την Ελλάδα, την Ελληνοκυπριακή. Έτσι καλύπτεται ένα μεγάλο κενό στην ενημέρωση του ελλαδικού κοινού σχετικά με τη σύγχρονη κυπριακή ποίηση και δίνεται η δυνατότητα σύγκρισης της ποίησης που αναπτύχθηκε στον ελλαδικό και κυπριακό χώρο μέσα στις τελευταίες δεκαετίες, κάτω από την καταλυτική επίδραση των ιστορικών και κοινωνικών γεγονότων της περιόδου. Στη συνάντηση παίρνουν μέρος 14 ποιητές από την Κύπρο, που πρωτοεμφανίστηκαν με βιβλίο τους στα χρόνια 1960-1980.
 (όλα αυτά περιλαμβάνονται σε ένα δίφυλλο που εξέδωσε ο Δήμος Θεσσαλονίκης τη χρονιά εκείνη)

Ακολουθούν αποσπάσματα από τις εντυπώσεις ενός από τους Κύπριους ποιητές σε ένα πρόχειρα
δακτυλογραφημένο ανώνυμο αλλά απόλυτα αληθινό και συγκινητικό κείμενο:

Ένας κρεμαστός κήπος γεμάτος ποιητές της Θεσσαλονίκης

«Η συγκίνηση άρχισε στο αεροδρόμιο της Λάρνακας, καθώς σιγά-σιγά μαζευόμαστε, οι ποιητές που θα  παίρναμε μέρος στην Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση της Θεσσαλονίκης. Κορυφώθηκε τις δυο επόμενες βραδιές στο Θέατρο του Κήπου, όπου οι δεκατέσσερις διαφορετικές ποιητικές φωνές μας ενώθηκαν κι έγιναν μια φωνή, η φωνή της Κύπρου, γεμάτη πάθος νεανικό αλλά και - σύμφωνα με τη γενική διαπίστωση - ποιοτική ωριμότητα. Την τρίτη μέρα, Κυριακή μεσημέρι, οι δεκατέσσερις μας μοιραστήκαμε σε διάφορα καλλιτεχνικά σπίτια της φιλόξενης Θεσσαλονίκης. Εκεί, λοιπόν, στη βεράντα της Ηλέκτρας και του Βασίλη Ιωαννίδη, η συμπυκνωμένη πια συγκίνηση μετατράπηκε σε μια σειρά από εξομολογήσεις .....

Στο τραπέζι λιχουδιές βαλκανικές. Πιπεριές, κολοκυθάκια, μουσακάς,η Ηλέκτρα το 'βαλε σκοπό να μας εντυπωσιάσει. Ανάμεσα στα τσουγκρίσματα του παγωμένου κρασιού, αρχίζεις να μετράς τις γλάστρες. Γρήγορα χάνεις τον λογαριασμός, παρδίνεσαι στη ματαιότητα της απόπειρας. Χιλιάδες οι γλάστρες και τα γλαστράκια.Ο κισσός, ξεκινώντας από ένα βαρέλι, αγκαλιάζει ολόκληρο τον τοίχο, και ανταγωνίζεται κάποιο άλλο αναρριχητικό. Γιασεμιά, κρίνα, γαζίες,γεράνια, ποιος το 'πε ότι όλα αυτά θέλουν γη για να γίνουνε, θέλουν απλώς αγάπη, ένας πράσινος ποταμός που ξεχειλίζει απ' όλες τις πλευρές κάτω από το μπαλκόνι, εισχωρεί και μέσα στο σπίτι, τα παράθυρα και τις ανοιγμένες μπαλκονόπορτες. - Αγαπώ τα λουλούδια, είναι η μόνη αδυναμία που δεν μπορώ να  καταργήσω για χάρη της ξεκούρασης μου, λέει η Ηλέκτρα απλά.

Η Ηλέκτρα αγαπά τα λουλούδια, η Ηλέκτρα και ο Βασίλης αγαπούν την τέχνη, εκείνη είναι φαρμακοποιός κι εκείνος γιατρός, μας έχουν αναλάβει υπό την προστασία τους μαζί με τους άλλους της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης, τον Τόλη Νικηφόρου, τον Γιώργο Κεχαγιόγλου, τον Γιάννη Καρατζόγλου, και μερικούς ακόμα, επώνυμους και ανώνυμους. Κι εμεις οι δεκατέσσερις αφηνόμαστε σαν παιδιά που βρέθηκαν σε χώρο πατρικό. Ο Κυριάκος λέει αθώα αστεία, ο Πολύβιος μοιράζει τα φρεσκοτυπωμένα του βιβλία, ο Θεοδόσης διηγείται ιστορίες καλογήρων και παλαιών εκκλησιών, ο Λεύκιος εξομολογείται μερικά κεφάλαια από το βιογραφικό του που ετοιμάζει, ο Νεοκλής ψωνίζει για την οικογένεια, ο Άνθος παραπονιέται για τη μπριζόλα που έφαγε ο Λεύκιος, ο Μιχάλης ρεμβάζει πίσω από τον καπνό της πίπας, η Νίκη ψάχνει να βρει τα ίχνη των παιδικών χρόνων στις πάνω γειτονιές, ο Γιώργος διηγείται τις περιπέτειες Μόσχα - Θεσσαλονίκη με σιδηρόδρομο, η Ντίνα φορτώνεται την ευθύνη των εισιτηρίων δεκατεσσάρων ποιητών, η Πίτσα νοσταλγεί την κόρη της και ο Νίκος τον γιο του ...

Ζούμε κάτι το πρωτόγνωρο. Όλα έχουν χαθεί για τέσσερις μέρες. Προσωπικοί μικροεγωισμοί και φιλοδοξίες, αντιζηλίες και κακεντρέχειες, πολιτικές διαφορές και αντιπάθειες. Ξαφνικά γίναμε όλοι μια ομάδα. Κύπριοι ποιητές, σχεδόν της ίδιας γενιάς, άλλος λίγα χρόνια πάνω, άλλος λίγα χρόνια κάτω, που ανακαλύπτουμε ο ένας τον άλλο. Νομίζω ο Λεύκιος το είπε, ύστερα από τη συζήτηση με το κοινό την πρώτη μέρα: Το καλύτερο μάθημα είναι πως δεν ξέρουμε ο ένας τον άλλο και πρέπει να γνωριστούμε.

Αυτή η ανάγκη να γνωριστούμε φάνηκε κι από το γεγονός ότι δεν χωριζόμαστε σε μικρές μόνιμες. ομάδες. Η γνωριμία γίνεται σιγά-σιγά, αβίαστα, στο λεωφορείο, στο τραπέζι του προγεύματος, στο χωλ του ξενοδοχείου - βιβλία ανταλλάσσονται, αστεία και πειράγματα ρίχνονται, τα ανέκδοτα δίνουν και παίρνουν. Οι ποιητές κατά κανόνα είναι αφηρημένοι, βοηθά και η ατμόσφαιρα. Η Θεσσαλονίκη ανοίγει την καρδιά της και τις αγκάλες της να μας υποδεχτεί. Μας δείχνει τις εκκλησιές της, τις χτισμένες με κεραμικά στο χρώμα της τερακότας, μας γνωρίζει τις ταβερνούλες και τα ζαχαροπλαστεία της. Μας κατεβάζει τη νεολαία της στο δροσερό θεατράκι του κήπου, να ακούσει του στίχους και να συζητήσει μαζί μας προβλήματα της ποίησης, προβλήματα των συγγραφέων και, πάνω απ' όλα, προβλήματα της Κύπρου.

Ποιος από μας θα ξεχάσει τη συγκίνηση που νιώσαν και τις δύο βραδιές οι μισοί από μας που κάθονταν σαν ακροατές στην πλατεία για να ακούσουν τους άλλους μισούς να διαβάζουν τους στίχους τους ...Στίχους που με την ιδιομορφία τους, την προσωπικότητα του ύφους τους, είχαν ωστόσο κεντρικό άξονα κοινό και στόχο ένα, τη μικρή βασανισμένη πατρίδα. Και ποιος θα ξεχάσει τα θερμά λόγια του Δημάρχου Θεσσαλονίκης στο καλωσόρισμα που μας έκανε ...

Η Θεσσαλονίκη μας έδωσε όλους ένα μάθημα. Ο Γιώργος Κεχαγιόγλου στην εισαγωγή του για τη συνάντηση αλλά και στο σύντομο σημείωμα που έγραψε μετά απ' αυτήν, μίλησε με ενθουσιασμό για την ποίηση της Κύπρου. Πέρα όμως από αυτό και πέρα από το ότι στην Ελλάδα ελάχιστα είναι γνωστή η κυπριακή ποίηση, το ουσιώδες στη ποιητική συνάντηση της Θεσσαλονίκης ήταν πως εμείς οι δεκατέσσερις Κύπριοι ποιητές νιώσαμε στη Θεσσαλονίκη περήφανοι που είμαστε ποιητές και που είμαστε Κύπριοι.

Στη βεράντα λοιπόν της Ηλέκτρας και του Βασίλη, αργά πια το απόγευμα, την ώρα του καφέ, έγινε ο απολογισμός. Πάρθηκαν οι αποφάσεις για μια συνέχεια, για μια «επισημοποίηση» των δεσμών, για άλλες παρόμοιες συναντήσεις και σε άλλους χώρους με περισσότερους ανθρώπους. Για να δούμε ...»

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Τότε που πιστεύαμε ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο ...

Ίσως τώρα να φαίνονται τρελά, παράλογα, μάταια. Τότε όμως ένιωθα να καίγομαι, να πυρπολούμαι. Και όχι μόνο εγώ. Τότε ήθελα να είμαι απόλυτα συνεπής. Και έκανα πολλά και διάφορα τρελά και μάταια. Όταν τώρα τα ξαναδιαβάζω ή τα φέρνω απλώς στη μνήμη μου, δεν απορώ καθόλου γιατί τα έκανα, απορώ πώς κατάφερα και επιβίωσα μέσα σε τόσες περιπέτειες και φουρτούνες. Στα γραφτά μου, στη δουλειά μου, στη ζωή. Να ένα μικρό δείγμα από τη φλόγα που καίει ακόμα.


                                                                                                 19 Ιανουαρίου 1980

Τόλης Νικηφόρου
Κατούνη 37
Θεσσαλονίκη

Προς
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΎ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
ΓΕΝΙΚΉ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΉΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΣ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Ερμού 17
Αθήνα

Κύριοι,

Έλαβα την επιστολή σας Α/Φ07//75360//9 Δεκεμβρίου 1980 με την οποία με πληροφορείτε
ότι, σύμφωνα με απόφαση της αρμόδιας επιτροπής, επιθυμείτε να αγοράσετε έως 170 αντί-
τυπα του βιβλίου μου ΑΝΑΡΧΙΚΑ με ανώτατο όριο πληρωμής το ποσό των 17.000 δρχ.

Εάν η αρμόδια επιτροπή σας είχε διαβάσει προσεκτικά τα ΑΝΑΡΧΙΚΑ, όπως όφειλε, θα
γνώριζε τη ρητή δήλωσή μου ότι το συγκεκριμένο βιβλίο δεν υπόκειται στην κρίση κανενός κρατικού φορέα, λογοτεχνικού σωματείου ή επιτροπής και διατίθεται δωρεάν σε κάθε ενδιαφερόμενο.

Δέχομαι ότι η επιστολή σας αποτελεί εκδήλωση κάποιου ενδιαφέροντος και, συνεπής προς
το πνεύμα με το οποίο γράφτηκαν και εκδόθηκαν τα ΑΝΑΡΧΙΚΑ, σας χαρίζω ένα (1)
αντίτυπο του βιβλίου μου με τους φιλικούς χαιρετισμούς μου.

                                                                                                    με τιμή
                                                                                                 (υπογραφή)

 

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Δεν υπάρχουν πια δάσκαλοι, οδηγητές, μεσσίες ...

Εκτός από τα ενδιαφέροντα γράμματα που μου έχουν στείλει κατά καιρούς διάφοροι σημαντικοί άνθρωποι της λογοτεχνίας μας, υπάρχουν στα αρχεία μου και τα γράμματα που έχω γράψει εγώ σε παλιούς και νέους ποιητές και πεζογράφους, γνωστούς και άγνωστους, φίλους και όχι και τόσο φίλους. Βρήκα λοιπόν και παραθέτω εδώ ένα γράμμα που είχα γράψει πριν 23 χρόνια σε έναν νέο ποιητή, χωρίς δυστυχώς να έχω σημειώσει το επίθετό του. Αυτό το γράμμα θα μπορούσα να το είχα γράψει και τώρα, θα μπορούσα να το είχα απευθύνει σε κάθε «πολλά υποσχόμενο» Δημήτρη ή Δήμητρα που εμφανίζεται στην ελληνική ποίηση.


                                                                                                                 6.10.90

Αγαπητέ μου Δημήτρη,

Θα το θεωρούσα εντελώς γελοίο να σου δώσω συμβουλές και υποδείξεις. Τώρα πια. Δεν δικαιούμαι παρά να εκφράσω μια καθαρά προσωπική γνώμη και τίποτα παραπάνω.

Σίγουρα στην ποίησή σου υπάρχουν ψήγματα, ίσως και φλέβες χρυσού. Το μέλλον σου ανήκει. Δεν μένει παρά να ορισθεί τι σημαίνει αυτό. Είσαι καλός, μπορείς να γίνεις καλύτερος, εσύ ο ίδιος θα διαλέξεις τον δρόμο σου, φυσικά με ιδρώτα και αίμα, τον δρόμο που οδηγεί τελικά στο κοινό για όλους μας βάραθρο.

Σε μια χώρα και μια εποχή που η διάκριση και η επιτυχία συχνά αποτελεί πιστοποιητικό οσφυοκαμψίας,νομιμοφροσύνης και αναξιότητας, τι άλλο μπορώ να οσυ πω, Δημήτρη; Να σκαλίζεις τους στίχους σου στους τοίχους της προσωπικής σου σπηλιάς;

Δεν υπάρχουν πια δάσκαλοι, οδηγητές, μεσσίες, ούτε καν ζεστό κοπάδι να μας παρηγορήσει. Υπάρχει ο πόνος και η μοναξιά, ελάχιστοι πολύτιμοι σύντροφοι, κάποιες αχτίδες ευφροσύνης και το λίγο ή το πολύ που κουβαλάει ο καθένας μας στη ψυχή του.

Λογάριασε λοιπόν τις δυνάμεις σου και χάραξε την προσωρινή τροχιά σου. Δέξου, ακόμη, τον χαιρετισμό και την αγάπη κάποιου που καταλαβαίνει.

                                                                                                    Τόλης Νικηφόρου



 

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Το δέντρο του δικού μας δάσους

  
(1926 - 2007)

 Η Αγνώστου Στρατιώτου και η Μητσαίων ήταν η γειτονιά μας. Απέναντι ακριβώς από το τέταρτο αστυνομικό τμήμα και κάτω απ’ τον Αϊ Δημήτρη και το Εργατικό Κέντρο στην Ολύμπου. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1940, πολύ πριν ανακαλυφθεί η αρχαία αγορά και όταν η Πλατεία Δικαστηρίων ήταν ακόμη μια απέραντη γυμνή και κακοτράχαλη αλάνα με ένα λυμφατικό πάρκο στη μέση, περιφραγμένο με αγκαθωτά συρματοπλέγματα. Εκεί, οι τέσσερα-πέντε χρόνια μεγαλύτεροι, όπως ο αδερφός μου, ήταν οι ήρωες μας, οι ακόμη πιο μεγάλοι πρόσωπα μυθικά.


Αν, λοιπόν, απ’ την εξώπορτα μου στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου 4, ως την άλλη στην οδό Μητσαίων 3, ήταν δεν ήταν πενήντα μέτρα, από τα δέκα δικά μου χρόνια ως τα είκοσι δύο του Τηλέμαχου μεσολαβούσε μια άβυσσος. Η άβυσσος που υπάρχει απ’ τον πιτσιρικά του 22ου τότε δημοτικού σχολείου, γωνία Αγίας Σοφίας και Φιλίππου, απ’ την πάνινη μπάλα ή τη φωνή απ’ τον δρόμο «μαμά, τι φαγητό έχουμε», ως  τον έφεδρο ανθυπολοχαγό του εθνικού στρατού κάπου στα βουνά της Ηπείρου, σ’ ένα θανάσιμο αγώνα με «Τ’ αγρίμια του άλλου δάσους».

Έτσι, τον Τηλέμαχο τον άκουγα, ίσως και να τον έβλεπα καμιά φορά από μακριά, όταν έπαιζα με την τσακαλοπαρέα μπίλιες, αγιούτο, κρυφτόμπικο και χίλια δυο άλλα αυτοσχέδια παιχνίδια στο χώμα έξω απ’ το παράπλευρο γκαράζ του Μπεμπε-λέκου, μα δεν τον γνώριζα. Γνώριζα λίγο τη μητέρα του στο παράθυρο του ισόγειου διαμερίσματος, γνώριζα λιγότερο τον Άγι, τον μικρότερο αδερφό του, μα εκείνος ήταν ψίθυρος μακρινός, ένα δέος.

Τον γνώρισα από σπόντα, περίπου εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, μέσα στη δικτατορία και λίγο μετά την επιστροφή μου απ’ το Λονδίνο. Περνούσα ένα απόγευμα έξω απ’ το βιβλιοπωλείο του Αναγνωστάκη, όταν ο Μανόλης με φώναξε και μου είπε, «ο Συνεργάτης Α. που σου έγραψε την κριτική στον Ελληνικό Βορρά για το Αλμπατζάλ, είναι ο Αλαβέρας. Να του τηλεφωνήσεις και να τον ευχαριστήσεις».

Του τηλεφώνησα, τον ευχαρίστησα, τον επισκέφτηκα στο γραφείο του στη Βενιζέλου και έτσι γνωριστήκαμε από κοντά, ενήλικες και οι δύο πλέον. Ο Τηλέμαχος θυμόταν τον πατέρα μου, ήξερε την ιστορία της οικογένειάς μου, ενώ τη δική μου ύπαρξη μάλλον την είχε καταλάβει απ’ τα διηγήματά μου. Ακολούθησε η γνωριμία μου με τη Ρούλα, η γνωριμία του Τηλέμαχου με τη Σοφία, η μετάβαση απ’ τον πληθυντικό στον ενικό, η φιλία. Μεταξύ όλων μας Ακολούθησαν περίπου τριανταπέντε χρόνια στενής συνεργασίας μας στη Νέα Πορεία,στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρίας Λογοτεχνών, στην επιμέλεια της έκδοσης πολλών βιβλίων μου.

Θα μπορούσε άνετα να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο για όλα αυτά και για πολλά άλλα. Και πάλι να αφήσω τα μισά απ’ έξω. Δεν πρόκειται  βέβαια ποτέ να το χωνέψω ότι ο Τηλέμαχος δεν θα είναι εκεί. Ψηλός, ευγενικός, αυστηρός μα και οικείος, περιτριγυρισμένος από βιβλία, περιοδικά, χειρόγραφα, εκείνος που ήξερε σχεδόν τους πάντες και τα πάντα στον χώρο τους κι εκείνος που αισθανόταν ταγμένος να υπηρετήσει απαρέγκλιτα το «δέον» στη λογοτεχνία. Δεν πρόκειται να χωνέψω ποτέ ότι δεν θα μπορώ πλέον, περνώντας απ’ τη Βενιζέλου, να ανεβώ επάνω για έναν καφέ και μια φιλική κουβέντα. Για να τον ακούσω να του διαβάζει ένα καινούριο διήγημά του.

 Έμαθα πολλά απ’ τον Τηλέμαχο. Έμαθα για τη γειτονιά μας, για κείνους που είχαν προηγηθεί, για όσα είχαν γίνει στην Κατοχή και αργότερα. Γεγονότα και λεπτομέρειες απίθανες απ’ τα βιβλία του και ιδίως προφορικά απ’ τον ίδιο.Έμαθα για τις παλιές λογοτεχνικές παρέες στην πόλη μας, έμαθα ότι το «καλό» είναι μεγάλη κουβέντα για ένα βιβλίο, έμαθα ακόμα να μην υποκύπτω στις ευκολίες, να είμαι ο πρώτος και ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού μου. Να προσπαθώ να τιθασεύσω την οργή που φούντωνε μέσα μου απ’ την προκλητική αδικία, από την άγνοια και την ανοησία στον περίγυρο, την περίφημη «ελληνική πραγματικότητα». Άσχετα αν ήταν αδύνατον να τα εφαρμόσω πάντοτε κι αν, με την έκρηξή μου, έχανα συχνά το δίκιο μου.

 Έμαθα ακόμη να συνεργάζομαι αρμονικά με έναν αληθινό επαγγελματία της τέχνης, που είχε διαφορετική οπτική,διαφορετική στάση στη ζωή. Έμαθα. Κι ας αμφισβητούσα τα πάντα, κι ας πίστευα ότι δεν είχα πια τίποτα να μάθω.  Όχι ότι δεν είχαμε τις διαφωνίες μας ή και τα λάθη και ότι δεν είχε επικρατήσει μεταξύ μας για ένα διάστημα μια βουβαμάρα. Όμως, πάντοτε υπερίσχυε η εκτίμησή μου γι' εκείνον και η δική του τρυφερότητα για τον μικρότερο. Πάντοτε υπερίσχυε όχι η οποιαδήποτε λογοτεχνική σκοπιμότητα ή συμφέρον, αλλά η ζεστασιά, η θαλπωρή της γειτονιάς, κάτι σαν το καθαρό χαλάκι στην εξώπορτα, εκείνο το φευγαλέο άρωμα απ’ τα περασμένα.

 Όλα αυτά τα χρόνια, τον υπερασπίστηκα όπως μπορούσα στο δίκιο του κι εκείνος υπερασπίστηκε το δικό μου. Χάρη δεν θέλησα ποτέ και χάρη εκείνος δεν μου έκανε. Εκτός ίσως από την κατανόηση, την εγκαρτέρηση που έδειχνε στις απόλυτες αντιλήψεις μου και σε μερικά ξεσπάσματά μου.  

Και κάθομαι και σκέφτομαι τώρα τι ήταν ο Τηλέμαχος και τι έχει απομείνει, τι θα απομείνει από τον ίδιο και το έργο του. Συχνά έλεγε σκωπτικά ότι «στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν στρατιώτες, όλοι είναι στρατηγοί». Συχνά έλεγε ακόμη ότι «όσο ζει κανείς, έχει καλώς, όταν πεθάνει, όλοι βιάζονται να τον ξεχάσουν». Κι έφερνε για παράδειγμα τον σπουδαίο Σπανδωνίδη και άλλους.

Ε, λοιπόν, πέρα απ’ την  οποιαδήποτε αποτίμηση των ειδικών για το έργο του και τη γενικότερη προσφορά του, για μένα ο Αλαβέρας ήταν ένας κυβόλιθος. Από κείνους που θεμελιώνουν μια συνέχεια στον μεγάλο δρόμο της λογοτεχνίας. Μπορεί όσοι βαδίζουν αργότερα αυτόν τον δρόμο να μην τον προσέχουν ιδιαίτερα, να θεωρούν τη θέση και τη δύναμή του φυσική και αυτονόητη. Ωστόσο, αυτός και μερικοί ακόμη σαν κι αυτόν είναι που στηρίζουν τα δικά τους βήματα.

Ύστερα, με τρόπο παράξενο, έρχεται στο μυαλό μου ένα παιδί της γειτονιάς που πια μεγάλωσε, το χαμόγελο που προσπαθεί να κρύψει και η λάμψη στα μάτια του που δεν κρύβεται. Αυτό είναι που επιμένει και η φράση «έλα τώρα, ρε μπαγάσα». Και λέω τότε ότι ο Τηλέμαχος ήταν ένα ψηλό δέντρο με βαθιές ρίζες, που αντλεί απ’ τη γη κι  από τον ουρανό. Το δέντρο του δικού μας δάσους.  


                                                    

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

«Σ’ αγαπώ» – Ελογοκρίθη



Μετά τρεις μήνες γνωριμίας στη Θεσσαλονίκη, το φθινόπωρο του 1966 αποφασίσαμε με τη Σοφία να μετακομίσουμε στην Αθήνα. Εγκατασταθήκαμε λοιπόν σε ένα διαμέρισμα στην οδό Μιχαλακοπούλου 39, πίσω από το Χίλτον, και εγώ, σε συνεργασία με στενό μου φίλο, άνοιξα ένα μεταφραστικό γραφείο στην οδό Βουλής ενώ η Σοφία δούλευε περιστασιακά σε μια εταιρία ερευνών αγοράς.

Εκεί μας βρήκε η δικτατορία τον Απρίλιο του 1967, στο διαμέρισμα αυτό εισέβαλαν χαράματα οι ασφαλίτες τον Οκτώριο του 1967, λίγο πριν φύγουμε για το Λονδίνο, όπως το περιγράφω στο πρώτο κεφάλαιο του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος Η γοητεία των δευτερολέπτων, 2001.

Λίγο νωρίτερα, σε ένα ταξίδι της για δουλειά τον Ιούνιο του 1967, η Σοφία μου είχε στείλει από την Έδεσσα ένα τηλεγράφημα με δυο λέξεις μόνο : Σ’ αγαπώ. Από κάτω είχε προστεθεί η σφραγίδα «ελογοκρίθη» και η μονογραφή του αρμοδίου. Της είχα υποσχεθεί τότε ότι το τηλεγράφημα αυτό κάποτε θα το έκανα εξώφυλλο βιβλίου. Η υπόσχεσή μου αυτή πραγματοποιήθηκε 13 χρόνια αργότερα, όταν εκδόθηκε το 1980 η συλλογή ποιημάτων Το μαγικό χαλί, 30 ερωτικά ποιήματα.


Μέσα στο βιβλίο υπάρχει η ακόλουθη αφιέρωση : «το βιβλίο αυτό αφιερώνεται στη Σοφία Αναστασιάδου που έστειλε το τηλεγράφημα του εξωφύλλου στις 24 Ιουνίου 1967 και το έκανε από τότε πράξη ζωής».

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Τα μικτά εκτελεστικά Δεξιάς - Αριστεράς


Του έγραψα λοιπόν, μου έγραψε, έκρινε και άλλα βιβλία μου, και κάποια μέρα που είχαμε κατεβεί στην Αθήνα με τη Σοφία, θα πρέπει να ήταν το 1978, μας κάλεσε να τον επισκεφτούμε στο σπίτι του στην Πλατεία Αμερικής. Πήγαμε πράγματι και τον βρήκαμε να παίζει, σκάκι αν θυμάμαι καλά, με τον Δήμο Μούτση, τον γνωστό συνθέτη του ωραίου τραγουδιού που ακούτε και που έδωσε τον τίτλο του σε αυτό το ιστολόγιο.

Και στη μοναδική αυτή προσωπική μας επαφή, ο Ρένος αποδείχτηκε ευθύς, δυναμικός, φιλικός, φιλόξενος, χειμαρρώδης, ανεξάντλητος. Μια εντυπωσιακή και γοητευτική προσωπικότητα. Ένας γνώστης - και αυστηρός κριτής - όλων σχεδόν των λογοτεχνικών πραγμάτων στη χώρα μας. Οι δύο-τρεις ώρες που καθίσαμε στο σπίτι του ήταν μια σπάνια εμπειρία. Σταδιακά όμως η απόλαυση μετατράπηκε σε κούραση. Συμβαίνει αυτό όταν κάποιος είναι καταιγιστικός και ουσιαστικά μονοπωλεί την κουβέντα. Έτσι, αποχωρήσαμε για να συναντήσουμε την αδερφή μου παρά την πρόσκλησή του να μείνουμε και για μια μακαρονάδα.

Η αλληλογραφία μας βέβαια συνεχίστηκε. Στα επόμενα βιβλία μου ο Ρένος δεν ήταν και τόσο εγκωμιαστικός και, όσο η «στράτευσή» μου στην ανανεωτική αριστερά γινόταν εντονότερη  και πιο φανερή στα διηγήματα και τα ποιήματά μου, τόσο και πιο επικριτικός έως καυστικός γινόταν εκείνος κατά διαστήματα. Αυτό με έκανε πιο διστακτικό στις επαφές μας αν και χαιρόμουν πάντοτε τον ντόμπρο και έντιμο λόγο του. Χρόνια αργότερα κατάλαβα ότι είχε δίκαιο σε πολλές από τις (επι-) κρίσεις του.

Παραθέτω αυτούσια την ανταπόκρισή σου στα Αναρχικά, 1979:

Απ΄τ' «Αναρχικά» σου, κρατώ, κατ' αρχήν, όχι και λίγα !! Σελίδες 9,12, 18, 22-23, 24 (στ.6-9), 25, 26,31,32, 33, 34, 35, 39,42.

Σε βλέπω - καλή αντάμωση ! - στα μικτά εκτελεστικά Δεξιάς - Αριστεράς !

                                                                                               φιλικώτατα
                                                                                                   Ρένος

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Ποιος είναι; Τόλης Νικηφόρου; τρέχα γύρευε ! ...

      
                                                                            

2.7.77

      Φίλε κύριε Τόλη Νικηφόρου,

είναι σκληρή και  βέβαιη  δοκιμασία της ποιότητας κάποιων γραφτών το να καταφέρνουν αυτό που κατάφεραν σήμερα σε μένα τα δικά σου του Αλμπατζάλ.  Συγκεκριμένα, είχα τα χειρότερο κέφι του κόσμου, αηδιασμένος από αισθήματα διάλυσης, αποσύνθεσης, σήψης, αποφοράς ανυπόφορης αυτού του θανάσιμου κόσμου γύρα μας – και μαζί βαρύ κεφάλι (και κακός καιρός συνάμα, συννεφιά) – κ’ είπα, βέβαιος πως θα χάλαγα περσότερο μ’ αυτά το κέφι μου, αλλά έτσι αυτοσαδιστικά που φερνόμαστε καμμιά φορά στον «κακό» εαυτό μας, να διαβάσω καμπόσα απ’ τα «για διάβασμα» βιβλία, ποιητικά και άλλα, που μου στέλνουν όσοι γράφουν, κ’ είναι, όπως καταλαβαίνεις, τα συντριπτικά περσότερα πάντα για πέταμα, κι άντε να τα διαβάζηςς τώρα αυτά τ’ ασύστατα και με τόσο κακό κέφι ! Κι αφού «καθάρισα» 5-6 έτσι ανάξια ψευτοποιητικά και κενά πεζά, έπεσα τυχαία στο δικό σου, και στο ξώφυλλο που δεν λέει πολλά πράγματα – «ου, τώρα!» λέω, «τι τρίχες θα λέη τώρα και τούτος ! ποιος είναι; Τόλης Νικηφόρου; τρέχα γύρευε ! …» Και να που σε μιαν ώρα φώναζα τους δυο γιους μου να τους διαβάσω, και μιάμιση ώρα τώρα τους διάβαζα των τριών μου (και της γυναίκας μου) τα πάρα πολύ καλά γραφτά σου – επαναλαμβάνω : τα πάρα πολύ καλά! Και βρίσκω να μου ‘χης σαρώσει  και το κακό κέφι, και το βαρύ κεφάλι και όλα ! … «Α, γεια στα χέρια σου, άνθρωπε, που έχ εις  μέσα σου  πράγματα να πης, και δεν κοροϊδεύεις, καθώς χιλιάδες γύρω μας ! .. 

  Και λυπάμαι, που με τόσα που με κρατούσαν καιρό τώρα, είχα και το δικό σου το βιβλίο βάλει ε κεί στο ράφι του καλοριφέρ μου, με την πρόθεση «να τα διαβάσω βέβαια, αλλά όποτε δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω», κ’ έτσι άργησα κάπου οχτώμισυ μήνες από τότε που μου τα ‘στειλες (καθώς βγαίνει απ’ την αφίσα σου που κράτησα: 19-11-76), όταν σου ‘στειλα κάτι φυλλάδια, λέγοντάς σου  πως «έλαβα» και «θα διαβάσω».                                                                                                                                                                                                               
Κρίμα που ‘σαι στη Θεσσαλονίκη, και δε θα βρεθή εύκολα ευκαιρία να σε δω από κοντά. Πάντως στείλε μου σε παρακαλώ ό, τι άλλο έχεις βγάλει, ή και ανέκδοτά σου (κρατώντας όμως πάντα αντίγραφο). 
Εκείνο που μπορώ να σου πω είναι : 1) Ότι γενικά, όλο σου το γραφτό, έχει ενδιαφέρον, και δεν κενολογεί. (Ε, ότι υπάρχουν διαφορές κι ότι αλλού «δένει» και κρυσταλλώνει «μορφές«, να πούμε, διηγηματικές , κι αλλού όχι – ε, φυσικό είναι, σε κάθε ζωντανή συνείδηση με το λόγο της. 2) Ότι θα ‘πρεπε να προσέξεις παραπάνω κάπως τη στίξη σου, τα τυπικά «βοηθητικά» του λόγου σου που είναι μεν «απλός» σα λόγος καθαυτός, δεν είναι όμως τόσο «απλά» τα όσα εκφράζει και θέτει σε κίνηση. Δυσκολεύεται δε στο διάβασμα ο δέκτης που πρωταντικρύζει το γραφτό σου, ακριβώς γιατί τα δίνεις έτσι, (τελείως χωρίς βοηθητικά διακριτικά) όλα στη σειρά, σιδηρόδρομο. Για κοίταξέ το αυτό. Δεν σου λέω να φορτώσεις το λόγο σου με όσα από υπερβάλλουσα «σχολαστικότητα» παραφορτώνω εγώ τον δικό μου, αλλά μη βαυκαλίζεσαι κα με την ιδέα πως αφήνοντας τελείως αβοήθητο τον αναγνώστη θα σε «εισπράξη» μόνος του καλύτερα. Ο λόγος σου, στην ουσία του, δεν είναι καθόλου «απλή υπόθεση». Και φτάνει που δυσκολεύει η απλή μορφή του ακριβώς, που δεν υποψιάζει – κατά σύστημά σου «δεν υποψιάζει» - για τα βάθη που κινούνται από κάτω. Δεν πρέπει, νομίζω, να δυσκολεύης και παραπάνω μ’ αυτή τη «χύμα» -«απλή»- γραφή κιόλας! 3) Πάντως κράτησα σαν ανθολογίσιμα, κατ’ αρχήν τα εξής σου: Αλμπατζάλ – έχοντάς του βάλει έναν σταυρό – Μια ηρωική πράξη – πάλι έναν- Πέντε εκδοχές – πάλι έναν (αν και το βρίσκω κάπως «παιγνίδι») – Η μεγάλη απόφαση – μ’ ενάμισυ σταυρό (έτσι, με σταυρούς σημειώνω πρόχειρα τις κρίσεις μου για ό, τι βρίσκω κατ’ αρχήν καλό) –, έπειτα έχω τραβήξει γραμμή στο περιθώριο των καλών σελίδων 43-45, του Άγχους στο Δυτικό Λονδίνο, και βρίσκω, φυσικά, πάρα πολύ καλόν όλον τον Κύκλο σου, κυριώτατα όμως το Τρεις σε μια βάρκα , που του ‘χω βάλει δύο σταυρούς, και τον ομώνυμο με τον    Κύκλο, που του ‘χω βάλει δυό επίσης (αλλά προτιμώ το Τρεις σε μια βάρκα).
Επειδή ξέρω πόσο αγωνιά κανείς αν πράγματι «δίνη» με το γραφτό του εκείνο που τον τυραννάη από μέσα του  να δοθή, και τι άθλιες και ψεύτικες «κρίσεις» μαζεύει και χάνει τον μπούσουλα, γι’ αυτό θέλω να σε βεβαιώσω άλλη μια φορά, πως σπάνια βρίσκω κάτι καλό τα τελευταία χρόνια απ’ τα γραφόμενα,  και μάλιστα τα πεζά, γιατί κοροϊδεύουν οι πλείστοι και δεν έχουν πράγματι τίποτα να πουν. (Μου μοιάζουν παίκτες «Προ-πο», που αραδιάζουν ό, τι τους κατέβει με τη σκέψη: «Πού ξέρεις; Κι αν κάτι πιάσω, κάτι βγή;» Και ανόητοι , βέβαια. Αλλά έλα που οι δύστυχοι δεν το ξέρουν πως  φαίνεται  αυτό  σ’ όποιον «ξέρει τη δουλειά» ή έχει πράγματι ο ίδιος να πη! ..)

Τέλοσπάντων, σ’ αφήνω – και συνέχισε έτσι, χωρίς ν’ ακούς γύρω σου τις τρίχες που μας κατακλύζουν. Σε βεβαιώνω πως καλός είσαι – και κοίτα μη χαλάσης! (δεν ξέρω και πόσω χρονών είσαι, και τι κάνεις, τι δουλειά … Γράψε μου, αν θες).

                                         Μ’ όλη μου την εκτίμηση

                                                   Ρένος

                                                                                                 

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Κι όρθια η πράξη σαν αλεξικέραυνο


Όλα στην πράξη αποδεικνύονται και όλες οι γενναίες πράξεις στη ζωή κοστίζουν ακριβά. Ο περίφημος αυτός στίχος του Αναγνωστάκη μου θυμίζει και άλλους στίχους σπουδαίων ποιητών με οικουμενική αξία και διαχρονικές διαστάσεις. Στίχους που επαναλαμβάνουμε πολλά χρόνια αργότερα, συχνά χωρίς να γνωρίζουμε ποιος τους έγραψε, στίχους που συμπυκνώνουν μιαν αιώνια αξία. Όπως το «πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά» και πάλι του Αναγνωστάκη  ή το «να μου δοθεί η χάρη να μιλήσω απλά» του Σεφέρη.   Ή το «για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή» του Ελύτη. Μερικές φορές και μια λέξη μόνο, όπως το «αντισταθείτε» του Μιχάλη Κατσαρού.

 Αυτή είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή στην ποιητική κυοφορία. Όταν, σαν από το τίποτα, αναβλύζουν πέντε λέξεις από την ψυχή του ποιητή, μια λάμψη που είναι η ουσία της τέχνης και της ζωής.
Με την ποιητική συλλογή Ο στόχος(1970) ολοκληρώθηκε η θητεία του Αναγνωστάκη στην ποίηση στην εκπληκτικά νεαρή ηλικία των 45 ετών. Άρχισε πολύ νωρίς, τέλειωσε πολύ νωρίς. Εγώ δεν γνωρίζω άλλη τέτοια περίπτωση, στην ελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα τουλάχιστον. Να ζήσει ένας σπουδαίος ποιητής άλλα 35 χρόνια χωρίς να γράψει.   Ας δούμε τι λέει ο ίδιος για το γεγονός αυτό σε έναν μονόλογο που ηχογραφήθηκε στο σπίτι του το 1992 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο τον Δεκέμβριο του 2005.

 «Το '71 ουσιαστικά σταματάει η ποιητική μου παραγωγή. Δεν γράφω καθόλου ποιήματα. Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω ποιήματα, καθόλου. Συνεχίζω όμως εντατικά την πνευματική μου προσφορά με δοκίμια, με άρθρα, με ορισμένες μελέτες, με πολιτική δράση, με αυτό που εγώ θεωρώ δημόσια παρέμβαση».

 Η οργή, η πλήρης απογοήτευση και η αηδία για την αθλιότητα της δικτατορίας και τις συνθήκες της ζωής στη χώρα μας, που έκαναν τον Αναγνωστάκη να γράψει αυτά τα εντελώς διαφορετικά ποιήματα, είναι πιθανόν να ήταν τα συναισθήματα που έσβησαν οριστικά και την ποιητική του φλόγα. Έτσι  νομίζω ότι μπορεί να εξηγηθεί το «δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω ποιήματα». Και το γεγονός ότι είχε ήδη εκφράσει μια εποχή και μια νιότη με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, είχε φτάσει σε μια κορύφωση και δεν του έμενε πια τίποτα άλλο να πει ποιητικά.

Οι νέοι τώρα δεν μπορούν ούτε κατά διάνοια να φανταστούν τι σημαίνει να ξυπνάς ένα ωραίο πρωί με εμβατήρια, με αναστολή των άρθρων του συντάγματος για τις ατομικές ελευθερίες, με τα τανκς στους δρόμους, χιλιάδες συλλήψεις και εκτοπίσεις, με τους ασφαλίτες να μπαίνουν στο σπίτι σου τα χαράματα, με τέσσερα χρόνια φυλακή για όσους τους ξέφευγε μια βρισιά ή μια λέξη αγανάκτησης. Και με μερικές εκτελέσεις επί τόπου.
Δεν μπορούν να φανταστούν ένα πολυβόλο σαν μαντρόσκυλο στον εξώστη της Βουλής προς την Πλατεία Συντάγματος, όλα τα σκουλήκια να έχουν βγει από τους υπονόμους και τους γλοιώδεις καθηγητές πανεπιστημίου και ακαδημαϊκούς να υποκλίνονται μπροστά στους αγράμματους συνταγματάρχες. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, οι ποιητές και οι πεζογράφοι είχαν αποφασίσει τότε να μην εκδίδουν τα βιβλία τους (με το καθεστώς της προληπτικής λογοκρισίας,  βέβαια).

 Με τις συνθήκες αυτές, ήταν φυσικό ο ερωτικός Αναγνωστάκης (όπως και άλλοι λογοτέχνες), ο ποιητής που είχε εκφράσει την πολιτική μέσα από μια ερωτική κατάσταση, όπως λέει ο ίδιος, να παραχωρήσει τη θέση του στον οργισμένο, σαρκαστικό, φαρμακωμένο, απελπισμένο Αναγνωστάκη και να μιλήσει δυνατά, απλά και ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές, χωρίς ίχνος λυρισμού, χωρίς έλεος για τον εαυτό του και για τους άλλους.

Το καθοριστικό στοιχείο στη συμπεριφορά του Μανόλη, αλλά και κάθε λογοτέχνη άξιου του ονόματος, ήταν η λιτότητα, η σοβαρότητα και η αυστηρότητα. Στην ποίηση και σε καθετί άλλο. Αυτό που ονομάζεται και λογοτεχνικό ήθος. Το ήθος αυτό δεν ήταν δυνατόν, όπως αποδείχτηκε, να του υπαγορεύσει άλλη στάση στη ζωή και στην τέχνη. Όπως η ποίηση είναι μια πράξη, έτσι και σιωπή μπορεί να είναι μια πράξη, μια πράξη πιο εύγλωττη από τις φωνές και τις κραυγές.
 Ας δούμε τους δύο επιλόγους στην ποίηση του. Τον επίλογο του  1951 και τον επίλογο του 1970.

Επίλογος
Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να 'ναι οι τελευταίοι
Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι.
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις.
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.
       
         (Από τη συλλογή Εποχές 3, 1951)


 Επίλογος
 Και όχι αυταπάτες προπαντός
Το πολύ-πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς  
προβολείς μες στην ομίχλη.
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη ζω.
«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
 Κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα»
 Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

               (Από τη συλλογή Ο στόχος, 1970)

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Ο ποιητικός Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης

Μανώλης Αναγνωστάκης (Θεσσαλονίκη, 10 Μαρτίου 1925 – Αθήνα, 23 Ιουνίου 2005)

Εφημερίδα Θεσσαλονίκη, 22 Ιανουαρίου 1976

«Ο Μ. Αναγνωστάκης θα μιλήσει στην Ιατρική

Ο Δημοκρατικός Αγώνας, Τμήμα Ιατρικής Α.Π.Θ. διοργανώνει πολιτιστική εκδήλωση αύριο στις 6 μ.μ. στο αμφιθέατρο του Ανατομείου. Ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης θα παρουσιάσει τους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης Ανέστη Ευαγγέλου, Πρόδρομο Μάρκογλου και Τόλη Νικηφόρου».


Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες ποιητές, έχουν γραφεί πολλά από πολλούς. Από αξιόλογους μελετητές της ποίησης, γραμματολόγους, ανθολόγους, κριτικούς, ποιητές, από απλούς αριστερούς και άλλους απλούς ανθρώπους. Το μόνο που μπορώ να κάνω εγώ εδώ είναι να καταθέσω τα της προσωπικής μας γνωριμίας. Αν και τα ποιήματά του και η τόσο γνωστή (από τα διάφορα αφιερώματα) πράξη της ζωής του είναι πιο εύγλωττα από οποιαδήποτε δική μου αφήγηση. 

Ο Μανόλης είχε χαρακτηριστεί ως ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης. Κατ' άλλους, ο Λευκός Πύργος και το Εφταπύργιο μαζί. Κι αν η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να προσωποποιηθεί, φαντάζομαι ότι θα ήθελε να έχει τη φιγούρα του και τη μορφή του, το ήθος και την αγωνιστικότητά του και, τελικά, τη σιωπή του.

Και ως συγκλονιστική περιγραφή της πρόσφατης ιστορίας της, τα ποιήματά του. 


Πρώτα-πρώτα, ο Μανόλης ήταν παιδί της πυρίκαυστης καρδιάς της πόλης, της Πλατείας Δικαστηρίων, που τώρα ονομάζεται Πλατεία Αρχαίας Αγοράς.. Όπως ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, ο Γιώργος Ιωάννου (λίγο πιο κει), ο Γιάννης Καρατζόγλου κι εγώ, και αρκετοί ακόμη. Τον γνώρισα το 1971, μόλις γύρισα από την Αγγλία. Είχε τότε, σε ηλικία 46 ετών, τη Βιβλιοθήκη, ένα προοδευτικό βιβλιοπωλείο στη Χρυσοστόμου Σμύρνης, μαζί με μερικά πολύ νέα παιδιά. Περνώντας από το βιβλιοπωλείο μια μέρα, άκουσα να τον φωνάζουν με το μικρό του όνομα και τον ρώτησα, «Είστε, ο Μανόλης Αναγνωστάκης;». Εκείνος μου είπε, «Όχι, όχι, είμαι ξάδελφός του», ενώ τα παιδιά χαμογελούσαν. Μου έδωσε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και, λίγες μέρες αργότερα, μου ζήτησε συγγνώμη και μου εξήγησε ότι δεν ήθελε να γίνεται πολύς λόγος για κείνον και τα ποιήματά του.



Από τότε με συμβούλευε και με βοηθούσε με κάθε ευκαιρία (εκείνος έμενε στην Π. Π. Γερμανού κι εγώ στη Ζεύξιδος, δηλαδή πολύ κοντά). Ένα παράδειγμα είναι η έκδοση της συλλογής διηγημάτων μου Αλμπατζάλ, 1971. Είχε τότε γραφεί μια μεγάλη ευνοϊκή κριτική με ψευδώνυμο στην εφημερίδα Ελληνικός Βορράς. Μια μέρα που περνούσα από τη Βιβλιοθήκη, ο Μανόλης με φώναξε και μου είπε: «Ο συνεργάτης Α. που σου έγραψε την κριτική είναι ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, να του τηλεφωνήσεις και να τον ευχαριστήσεις».


Στη μεταπολίτευση, ήταν μέλος της επιτροπής πόλης της ανανεωτικής αριστεράς, συντόνιζε τις συνεργασίες των Θεσσαλονικέων ποιητών και πεζογράφων στην Αυγή και ήταν
για μερικά χρόνια ο καθοδηγητής μου στην κομματική οργάνωση καλλιτεχνών. Σαφέστατα αντιδογματικός, προσπαθούσε πάντοτε να περάσει μια διαφορετική αντίληψη για την τέχνη και τον πολιτισμό. Το 1976 λοιπόν ο Αναγνωστάκης παρουσίασε σε ένα κατάμεστο αμφιθέατρο του πανεπιστημίου δύο νέους ποιητές, τον Ανέστη Ευαγγέλου και τον Πρόδρομο Μάρκογλου και έναν νέο πεζογράφο, τον Τόλη Νικηφόρου.  Έγινε τότε και ένα χαριτωμένο περιστατικό. Ένας φοιτητής είπε «ο σεβαστός μας Μανόλης Αναγνωστάκης». Μόλις το άκουσε ο Μανόλης, πετάχτηκε επάνω και διαμαρτυρήθηκε: «Ποιος το είπε αυτό, ποιος το είπε αυτό; Όχι και σεβαστός, ρε παιδιά, στον ενικό να μου μιλάτε».

Εγώ πήρα άλλο ένα καλό μάθημα στην εκδήλωση αυτή. Ο Μανόλης με είχε προειδοποιήσει να διαβάσω ένα σύντομο διήγημα γιατί τα εκτεταμένα πεζά κείμενα δεν προσφέρονται για αναγνώσεις σε κοινό. Εγώ όμως επέμενα να διαβάσω ένα μάλλον μεγάλο «στρατευμένο» διήγημα. Το αποτέλεσμα ήταν, κάπου στη μέση της ανάγνωσης, να αρχίσουν οι φοιτητές να ανακάθονται, να σέρνουν τα πόδια τους και γενικά να κυριαρχεί ένας θόρυβος, μια δυσάρεστη αδημονία στην ατμόσφαιρα. Χειροκρότησαν βέβαια θερμά όταν τελείωσα, εγώ όμως είχα πάρει το μάθημά μου με τον σκληρό τρόπο.

Ο ακτινολόγος γιατρός Μανόλης Αναγνωστάκης, που κάποτε ένας φίλος του τού είχε πει «δεν ήξερα ότι γράφεις και ποιήματα», ήταν πανύψηλος, λίγο γυρτός, με χοντρά γυαλιά και παχύ μουστάκι, ψεύδιζε ελαφρά, ιδίως όταν ήταν θυμωμένος, είχε εκφραστικότατα μάτια και μια παιδική έκφραση στο πρόσωπο, πάντα έτοιμος για καλαμπούρι. Ήταν και γνωστός λάτρης του ποδοσφαίρου. 

Με την κάθοδο του στην Αθήνα το 1978, ο Μανόλης μάς έλειψε πολύ. Έχοντας εκφράσει με μοναδικό τρόπο την τραγική εποχή του, επέλεξε συνειδητά τα τελευταία χρόνια τη σιωπή. Μια σιωπή διαμαρτυρίας και αξιοπρέπειας, μια πράξη. «Όρθια η πράξη σαν αλεξικέραυνο», όπως είχε πει και ο ίδιος.

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Καύσιμη ύλη πιο ισχυρή από τον πυρετό μου δεν υπάρχει




Κατεβήκαμε λοιπόν στην Αθήνα με τη Σοφία, επισκεφτήκαμε και γνωρίσαμε από κοντά τη Ρίτα Μπούμη και τον Νίκο Παπά. Ένα εγκάρδιο, φιλικό, τρυφερό, εμπνευσμένο, προοδευτικό και αγωνιστικό ποιητικό ζευγάρι. Δυο μεγάλα παιδιά όπως είναι όλοι οι γνήσιοι ποιητές. Τους γνωρίσαμε και διατηρήσαμε την επαφή τα επόμενα χρόνια. Με μία ακόμη συνάντηση στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, με ανταλλαγή βιβλίων, με γράμματα, κάρτες και τηλεφωνήματα. Έως ότου πέθανε η Ρίτα το 1984 αλλά και αργότερα με τον Νίκο Παπά.
Νομίζω ότι το παρακάτω ποίημα - προμετωπίδα στη συλλογή της Η σκληρή αμαζόνα, 1964, εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την αγαπημένη μου Ρίτα Μπούμη Παπά.

Στον άκαρπο δρυμό των άστρων
που διασχίζει ο χρόνος οδοιπόρος
είμαι κι εγώ ένα τρίμμα φωτερό.
Κάθε αυγή, όταν κοιμάστε,
περνά έν' άτι αόρατο με μάτια υγρά
το ιππεύω και καλπάζω
όχι για ν' ανταμώσω κάποια νέα πόλη,
(οι πολιτείες όλες έξω απ' την πόρτα μου περνούν)
αλλά για κει που τρέφονται οι άνεμοι
και μεγαλώνουν.
Μην τρέχεις με τροχούς πάνω στην άσφαλτο
με κινητήρες στον αιθέρα
με στόχο να με προσπεράσεις.
Καύσιμη ύλη πιο ισχυρή
από τον πυρετό μου
δεν υπάρχει.

Τον Σεπτέμβιο του 1984 έτυχε να πεθάνουν και δύο ακόμη σπουδαίοι δημιουργοί. Έτσι λοιπόν στη συλλογή μου Ο πλοηγός του απείρου, 1986, τους αφιέρωσα το ακόλουθο ποίημα:

συντέλεια 1984

σεπτέμβρη μήνα αντήχησε
η μεγάλη καμπανιά στο μέταλλο του χρόνου
κόκκινη τέφρα εκσφενδονίστηκε στον ουρανό
που ορφάνεψε από τ' αστέρια του
και χαμηλώνει αγγίζοντας το χώμα

έρημος στέκομαι στη σκοτεινιά και συλλαβίζω
Ρίτα Μπούμη Παπά η φλόγα
Μάνος Κατράκης η φωνή
Γιλμάζ Γκιουνέυ το βλέμμα

πόσο ωραίο και μακρινό είναι το φως

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Ο έπαινος ως πράξη εντιμότητας



                                                                                 Aθήνα, 11 Δεκεμβρίου 1971

Αγαπητέ μου, εξαίρετε νέε μου Φίλε, κ. Τόλη Νικηφόρου,

Χτες έλαβα το βιβλίο σας ΑΛΜΠΑΤΖΑΛ και σήμερα κιόλας σας γράφω. Πρώτη φορά sσυμβαίνει ένα τέτοιο στη ζωή μου. Να με αποσπάσει, δηλαδή, αμέσως ένα βιβλίο που λαβαίνω, και μάλιστα πεζογράφημα, από κάθε πνευματική μου εργασία και να με καρφώσει πάνω του δυόμιση συνεχείς ώρες.

Εγράψατε ένα θαυμάσιο βιβλίο, για το οποίο δε θα πρέπει κανένας να σας συγχαρεί, αλλά να σας ευχαριστήσει. Γιατί μέσα σ’ αυτό τον προθάλαμο του παραλογισμού στιμωχνόμαστε όλοι , περιμένοντας ν’ ανοίξει κάποια πόρτα. Οποιαδήποτε πόρτα. Μέσα σε λίγες σελίδες με στιγμιοτυπική ταχύτητα δίνετε ατόφιο και γυμνό το σφαδασμό της πραγματικότητας των ημερών μας, το μαύρο κίνδυνο της τρέλλας ή του πνιγμού σε μια θάλασσα που όσο την αποφεύγομε, τόσο μας κυνηγάει στους δρόμους, στο γραφείο, στο σπίτι. Παντού. Μια θάλασσα ύπουλη, παρίρροια βρώμικη, δύσοσμη, απειλητική.

Μέσα από ένα παραλογισμό ποιητή, που έχει φτάσει σε ανυπόφορη ένταση, παρουσιάζετε μ’ ένα τολμηρό φωτισμό  και μια κινηματογραφική, θα έλεγα ασπρόμαυρη διάταξη, τον άνθρωπο-άθυρμα, τον άνθρωπο-νευρόσπαστο, τον άνθρωπο-απόγνωση, τον άνθρωπο ρομπότ, τον άνθρωπο-αδιέξοδο, τον άνθρωπο-φόβο, τον άνθρωπο-καταδίκη, τον άνθρωπο-μοναξιά, σε διάφορες ώρες και φάσεις παροξυσμού, μέσα στον οποίο κυριαρχεί το ίδιο εποχιακό σκηνικό, με πρωταγωνιστή τον π ό ν ο, που παίζει αδιάκοπα στη σκηνή δίχως ν’ αποσυρθεί πίσω από τις κουίντες ούτε λεπτό.

Κι αυτό το δραματικό άνθρωπο μας τον δείχνετε εξακολουθητικά για ν’ αντιληφθούμε τον ξεπεσμό και το δράμα του, που είναι κοινό γι α κάθε σκεπτόμενο ιδιαίτερα και, επιπλέον, μας τον αντιπαραθέτετε, πότε με υπονοούμενους νυγμούς και πότε τσίτσιδο και γελοιοποιημένο, με τα ζώα τα άκακα,τα σκουλήκια, τα πονηρά ερπετά κι όλους τους «επιτυχημένους» της καταναλωτικής κοινωνίας, που ταξιδεύουν με υπερωκεάνιο, όταν εμείς ναυαγούμε γαντζωμένοι σε μια σαπιόβαρκα …

Αυτές οι θρυμματισμένες εικόνες σου με το σύγχρονο «πολιτισμό» (με προεξάρχουσες τις πολυπρισματικές και αστραπιαίες «Άγχος στο Δυτικό Λονδίνο», «Τρεις σε μια βάρκα» και «Κύκλος») με συγκλόνισαν. Αλλά και με ικανοποίησαν, γιατί εγώ η εξηνταπεντάρα, που δεν εννοώ να γεράσω και να ξεπεραστώ από την εποχή μου ενόσω ζω, βρέθηκα πλάι-πλάι με την αγωνία ενός νέου και, το κυριώτερο, τη λογοτεχνική του έκφραση. Έτσι κι εγώ, από το σωτήριο έτος 1967, γράφω μια εκτεταμένη πεζή και έμμετρη σύνθεση με ήρωα ένα παρανοϊκό πρίγκηπα. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.

Σήμερα θέλω να σου εκφράσω τη χαρά μου. Δε μ’ αρέσει να κρύβω τον ενθουσιασμό μου, ούτε να καταπίνω τον καλό λόγο όταν μου 'ρχετε στο στόμα. Το θεωρώ κι ανέντιμο. Γι’ αυτό σπεύδω να σου γράψω.

Αν δεν κάνω λάθος – η μνήμη χαλάρωσε- κι άλλη φορά γραπτά σου μ’ έκαναν να σε προσέξω. Νομίζω στίχοι σου. Αυτό μου κάνει διπλή εντύπωση, γιατί σπάνια βρίσκω καιρό να γράψω για βιβλία που λαβαίνομε και που, ακόμα, τυχαίνει να μ’ αρέσουν.
Αν βρεθείτε καμιά φορά στην Αθήνα, περάσετε από το σπίτι να σας γνωρίσομε. Πρόσεξα και την αφιέρωση του βιβλίου, που μαρτυρεί αγάπη. Γι’ αυτό θα ήθελα να μοιράσετε μαζί της τους χαιρετισμούς μου και τη μητρική αγάπη μου.  
                                                                
                                                                                                   Ρίτα Μπούμη Παπά

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013


Ρίτα Μπούμη-Παπά (1906-1984)
                                                                        Αθήνα, 25 Νοέμβρη 1966


Αγαπητέ μου Τόλη Νικηφόρου,

  Θα σ’ έλεγα «παιδί μου», γιατί σ’ αισθάνομαι νέο, γιατί θα ήθελα μ’ ένα μητρικό λόγο να πραϋνω την αγωνία σου. Μόλις διάβασα τη σύνθεσή σου «Οι  άταφοι» και, αναστατωμένη καθώς είμαι, πιάνω να σου γράψω.

Το βιβλίο σου, μικρό  στο σχήμα μα τεράστιο σ’ εκρηκτική ύλη, μου έφερε ξανά μπροστά μου την εικόνα του σημερινού κόσμου, τα γουρλωμένα μάτια της σκεπτόμενης νεότητας, που παρακολουθεί τον ξεπεσμό της αστικής κοινωνίας και το ξεπούλημα όλων των θεών της, πλην του «χρυσού». Με δριμύτητα ανατριχιαστική και τόλμη καταγγέλεις κι εκθέτεις την «πόλη», που διαλύεται, αποσυντίθεται και βρωμοκοπάει. Σ’ ένα οργισμένο μονολεκτικό παραλήρημα τη μαστιγώνεις δίχως έλεος, τη φτύνεις, την περιφρονείς με όλη τη δύναμη και το δίκιο της προδομένης σου νιότης.

Η κραυγή σου, εντούτοις, μοιάζει με του ναυαγού. Σωσίβιο δεν βρίσκεις μέσα στη βουρκοθάλασσα που εκτείνει και φουσκώνει την παλίρροιά της για να μας πνίξει. Φωνάζεις, αγόρι μου, μα οι φανφάρες, ο σάλαγος του εμπορίου, οι ύμνοι των σκουληκιών για τους χρυσοποίκιλτους σε απομονώνουν από την ακοή μας.  Κι ενώ η παλίρροια, αφρισμένη προχωρεί απειλητική, η «πόλη» σου αντιμετωπίζει τη συντέλειά της, βουτηγμένη στην ακολασία, την ψευτιά, τις βραβευμένες ακαθαρσίες, ανίκανη να περισώσει ακόμη και ιστορικά την αιδώ της.

 Σημεία  των καιρών που πρώτοι αντιλαμβάνονται, ποιος άλλος; οι ποιητές, όπως παλιά οι μεγάλοι ή οι απλοϊκοί προφήτες. Ποιος φταίει; Ίσως επιδεινώνει τη σύγχυση και τον κίνδυνο η ανισοσκελής πορεία του πνεύματος και της τεχνικής προόδου. Όταν την πτήση του πνεύματος αντικαθιστούν κουμπιά, κι όταν τις ικανότητες και του πιο προικισμένου από μας τις ξεπερνούν  καγχάζοντας τα ρομπότ, τι θέλουμε να προκύψει; Καλό;

Ο σύγχρονος «πολιτισμός» είναι το τέρας  που κατασπαράσσει, με τα δόντια μάλιστα της επιστήμης, το αληθιινό πνεύμα, τη φιλοσοφία, την ποίηση, κάθε έννοια ηθικής, τα όνειρα, την ελπίδα. Τι απομένει για τον ποιητή;  Προθέσεις απλώς που κι αυτές μολύνονται παρά την οργανική τους αντίσταση.  Μπροστά στα μάτια μας οργιάζει το κακό, γίνονται  ιστορικές καθιζήσεις και καταρρεύσεις. Δεν βρίσκετε, σεις οι νέοι, πού να σταθείτε.

Τουλάχιστον για μας τους μεσήλικες υπάρχει η παρηγοριά του τάφου.  Επαναστατήσαμε κι εμείς στην ηλικία σου, αντισταθήκαμε σε όλους τους πειρασμούς, πιάσαμε αξίνες οργισμένες.  Μα οι ναοί που φτιάξαμε κατάρρευσαν κι αυτοί και οι θεοί αποδείχτηκαν κοινοί τσαρλατάνοι. Παρόλο αυτό δεν θέλω να βάλω τελεία και παύλα στην αντίστασή μου.

Θα βρεθώ πλάι στο «δειλό παιδί» σου, «το απορημένο – μια χούφτα φως», και θα το μερώσω στη μητρική μου ποδιά. Ποτίζω αυτή τη στιγμή την ελπίδα σου,  άγνωστέ μου ποιητή, με τα δάκρυά μου.  Για «να γεννήσει επιτέλους η στείρα γης , το μέλλον».   Μα πότε;

Σ’ ευχαριστώ γιατί μού  ‘δωσες την ευκαιρία να δακρύσω με την αγωνία σου, και να σ’ αγαπήσω σαν μητέρα.

                                                              Ρίτα Μπούμη-Παπά