Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2021

Εμένα δεν μου αρέσουν τα ποιήματα !

Η μούσα Ερατώ.......................................................................... τα δάκρυά σου τρέχουν στις φλέβες μου/δεν είσαι μόνος// .................................................................. ..................... Ο Γιάννης παλεύει κάθε μέρα με τον θάνατο. Κυριολεκτικά. Παλεύει με την αγωνία, με τον πόνο και το μαρτύριο. Όπλα του η γνώση και η πείρα,, τα μέσα που διαθέτει η επιστήμη. Ίσως να νικάει οριστικά μερικές φορές, υποθέτω όμως ότι συνήθως οι όποιες νίκες του είναι προσωρινές, σημαίνουνμια ανακούφιση, μια μικρή ελπίδα, μια παράταση ζωής. Δεν είναι λίγο, καθόλου λίγο...................................... ................................. Δίνει τη μάχη όμως και με άλλα μέσα. Και εκεί νικάει ανεπιφύλακτα. Ο Γιάννης νοιάζεται για τον ασθενή του, συμμετέχει και συμπαρίσταται με την ψυχή του. Αυτό το ξέρω.Το ξέρω από τότε που μαρτύρησε και πέθανε η Κική μας.Η Κική που είχε μεγάλη δίψα για ζωή και ακόμη μεγαλύτερη προσφορά και άξιζε πραγματικά να ζήσει. Ο Γιάννης έκανεό,τι μπορούσε για εκείνη και ακόμη περισσότερα. Και την κέρδισε όπως μας κερδίζει ένας άγγελος που εμφανίζεται ξαφνικά και παρήγορα στο πλευρό μας...................................................................................... Πιστεύω ότι η υπέρτατη πράξη και προσφορά στη ζωή είναι η ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου. Και αυτός ο αφανής ήρωας της καθημερινής ζωής με κάνει να αισθάνομαι μικρή και ασήμαντη τη λογοτεχνική μου παρουσία εδώ και πενήντα τόσα χρόνια. Και όχι μόνο αυτή. Με κάνει να τον εκτιμώ και να τον θαυμάζω όπως τους ήρωες των παιδικών μας χρόνων................................................................................... Όταν λοιπόν ήρθε μια μέρα στο σπίτι μας με τη γυναίκα του, γιατρό κι εκείνη, και έφτασε κάποτε η κουβέντα σε θέματα λογοτεχνικά, τον άκουσα ξαφνικά να δηλώνει:.............................................................................. -«Εμένα δεν μου αρέσει η ποίηση» !..................................................... Ήταν μια μικρή βόμβα αλλά με την πείρα μου μιας ολόκληρης ζωής στη λογοτεχνία, δεν μπορώ να πω ότι με εξέπληξε ιδιαίτερα. - «Δικαίωμά σου, του είπα, χάνεις όμως κάτι σημαντικό»......................................................................... - «Μπορεί», απάντησε, «εμένα όμως δεν μου αρέσει η ποίηση»................................................................................. Το δέχτηκα φυσικά. Κανένα επιχείρημα δεν μπορεί να αλλάξει τις ιδιαίτερες προτιμήσεις κάθε ανθρώπου, ιδίως πάνω σε θέματα της τέχνης....................................................................................... Ίσως και να είχε δίκαιο ο Γιάννης, σκέφτηκα μετά. Τι μπορεί να σημαίνει η ποίηση και η κάθε μορφή τέχνης μπροστά στο μαρτύριο του ανθρώπου που υποφέρει και την προοπτική του θανάτου; Μου ήρθε και πάλι στον νου και ο αφορισμός του Αντόρνο, ότι «δεν μπορεί να γράφεται ποίηση μετά το Άουσβιτς»...................................................... Ένα –δυο χρόνια μετά, έτυχε να ξαναμιλήσω με τον Γιάννη. Για να με αιφνιδιάσει ξανά, πιο ευχάριστα αυτή τη φορά.................................................................................... -«Τι ανοησία είχα πει τότε ! Συγγνώμη»................................................................................... - «Ε, καλά», του απάντησα, «δεν χάλασε ο κόσμος. Μια κουβέντα είπες που στο κάτω-κάτω είχες κάθε δικαίωμα»................................................................................... -« Όχι, όχι», επέμεινε. «Πώς είπα εγώ κάτι τέτοιο!»....................................................................................... Δεν τον ρώτησα ποτέ πώς είχε γίνει κι άλλαξε γνώμη. Ίσως να τον είχε επηρεάσει ο γιος του που γνώριζε την ποίησή μου από το γυμνάσιο, ίσως πάλι να είχε ρίξει μια ματιά στα βιβλία που είχα χαρίσει στον μικρό. Προφανώς του είχε δοθεί η ευκαιρία, όπως και σε άλλους σε ώριμη ηλικία, να γνωρίσει την ποίηση και, με την πηγαία εντιμότητά του, να αναγνωρίσει το λάθος του. Εμένα όμως δεν θα με πείραζε, δεν θα με πείραζε καθόλου κι αν είχε επιμείνει στην άποψή του. Θα συνέχιζα να αποκαλύπτομαι μπροστά στον γιατρό και τον άνθρωπο, ισόβιος οφειλέτης του.

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2021

Η νόσος των υπερθετικών

Ίσως η αρχική αιτία να είναι η μεσογειακή μας ιδιοσυγκρασία που μας ωθεί στην υπερβολή. Συχνά σε συνδυασμό με τη διαφήμιση και την τάση αυτοπροβολής. Από την απλή υπερβολή λοιπόν ως την εξωφρενική η απόσταση είναι μικρή και καταντάει ελάχιστη έως ανύπαρκτη από την εξωφρενική υπερβολή ως το καθαρό ψέμα. Με την έλευση το διαδικτύου και φυσικά του facebook, το φαινόμενο αυτό επεκτάθηκε από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες στη λογοτεχνία. Και επειδή είναι δύσκολο να διαβάσει κανείς πεζογραφία στην οθόνη, η νόσος έπληξε σχεδόν αποκλειστικά την ποίηση. ..................................................................................... Στις προηγούμενες λογοτεχνικές γενιές ο χαρακτηρισμός «καλό» ή «ωραίο» αποτελούσε μεγάλο εγκώμιο. Πολύ σπάνια γραφόταν κάτι παραπάνω από κριτικούς, λογοτέχνες ή και απλούς αναγνώστες. Τώρα έχουμε έναν καταιγισμό από «εξαίσια», «υπέροχα», «καταπληκτικά» και «μοναδικά» ποιήματα ακόμη και για επιεικώς μέτριες, με κάθε κριτήριο, προσπάθειες νέων ή και γνωστών ποιητών. Συγγενείς, φίλοι και γνωστοί του ποιητή καταργούν κάθε διάκριση και κυριολεκτικά ισοπεδώνουν την ποίηση. Σε βαθμό που, όταν κανείς σου γράφει ότι το ποίημά σου είναι «ωραίο», να το θεωρείς περίπου ως ψόγο ! Η νόσος επιδεινώνεται από το ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά που εκδίδονται πολύ συχνότερα από τα έντυπα, και αναζητούν συνεχώς ύλη. Διαβάζεικανείς με θαυμασμό (!!) αυτα που έχουν να δηλώσουν ακόμη και συγγραφείς του ενός βιβλίου! Φυσικά, οι λογοτεχνικές παρουσιάσεις αποτελούν μία ακόμη εκδήλωση της νόσου, συχνά με πληθώρα εισηγητών και ανταγωνισμό εγκωμίων. .............................,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,.................................. Περιορίστε τη γενναιοδωρία σας, ρε παιδιά, βάλτε λιγάκι νερό στο κρασί σας !! Η κάθε βροχή δεν είναι καταιγίδα και το κάθε ποίημα δεν είναι αριστούργημα ! Ίσως έτσι, με την πάροδο του χρόνου και εκτός από την κατάσταση με τον διαβόητο ιό, να επανέλθουμε σε μια κανονικοτητα και ως προς την ποίηση !

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021

Χώμα στον ουρανό, 1998

ένα ποτάμι στοιχειωμένο ένα ποτάμι στοιχειωμένο είναι το αίμα μου/ από προγόνους και μνήμες σκοτεινές/ λάμψεις της αστραπής που σχηματίζουν λέξεις/ ταξίδια μυστικά σε χώρες που ποτέ δεν γνώρισα/ ένα ποτάμι στοιχειωμένο είναι το αίμα μου/ μια μουσική/ ένα μελλοντικό καράβι/ πλησίστιο που περιπλανιέται/ σε κατακόμβες φωτεινές του γαλαξία// ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- το μυστικό εξαίσιο άρωμα γράφουμε για να μάθουμε/ τη μουσική, το όνομα της τίγρης/ το μυστικό εξαίσιο άρωμα/ γράφουμε για να ζωγραφίσουμε/ με λέξεις την ψυχή μας/ να ανασύρουμε ένα-ένα/ τα αλλεπάλληλα καλύμματα/ και κάποτε να φτάσουμε εκεί/ όπου όλα τα ποιήματα του κόσμου/ είναι πριν από την αρχή γραμμένα/ κάποτε έκθαμβοι να οδηγηθούμε/ στον λόγο που μας έδωσε πνοή//

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2021

Το ασθενές φύλο

 


                           στέκεσαι δίπλα μου

            στο σπίτι, στη δουλειά ή στο οδόφραγμα

                           και με τα ίδια μάτια

                    ελεύθερα ατενίζουμε τον ήλιο

                       περήφανοι, ασυμβίβαστοι

               ωραίοι μέσα στα τόσα ελαττώματά μας

                εμείς που η φύση έταξε σε σάρκα μία 

                                         

                  (Τόλης Νικηφόρου, Γυναίκα, 1980)

 

Περίπου μεσημέρι με την κοσμοσυρροή, περπάτησα στην Ερμού, χαζεύοντας τις βιτρίνες των μαγαζιών, βρήκα τη σωστή διεύθυνση, κοίταξα τις πινακίδες στην είσοδο, ανέβηκα στον πρώτο όροφο, έσπρωξα την εξώπορτα και μπήκα στη μεγάλη αίθουσα. Ήταν το Κέντρο Ανοιχτής Προστασίας Ηλικιωμένων  με τη Λέσχη Ανάγνωσής του. Είχα δεχτεί μετά χαράς την πρόταση της Μαρίας να διαβάσω στα  μέλη της κείμενα μου,να συζητήσω μαζί τους και να απαντήσω στις ερωτήσεις τους. Της Μαρίας που είναι ποιήτρια και πεζογράφος, συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης των αποφοίτων του Ανατόλια. είναι εξαιρετικά ευαισθητοποιημένη σε κοινωνικά θέματα και είχε καταρτίσει ολόκληρο πρόγραμμα επισκέψεως λογοτεχνών σε Κ.Α.Π.Η., οίκους ευγηρίας, νοσοκομεία και ανάλογα ιδρύματα.

          Στη μεγάλη αίθουσα λοιπόν αντίκρισα τριάντα-σαράντα συνταξιούχους γύρω από τραπεζάκια, βυθισμένους στα χαρτιά κυρίως και στο τάβλι, ίσως και σε διάφορα άλλα επιτραπέζια παιχνίδια. Ως βετεράνο παίκτη αθλημάτων κάθε είδους και με οποιεσδήποτε συνθήκες και κάποτε διαβόητο καφενόβιο κουμαρτζή, το θέαμα δεν μπορώ να πω ότι με εξέπληξε ιδιαίτερα. Η απορία μου ήταν που στο καλό να βρισκόταν η Λέσχη Ανάγνωσης που είχα έρθει    να επισκεφθώ. 

            Την αμηχανία μου ήρθε να διαλύσει ένα  ελκυστικό κορίτσι που εμφανίστηκε από τα ενδότερα και, όταν διαπίστωσε ποιος ήμουν, με οδήγησε από ένα διάδρομο σε μια παρακείμενη μικρότερη αίθουσα, όπου ήταν καθισμένες γύρω από ένα μακρόστενο τραπέζι, δώδεκα συμπαθητικές γυναίκες κάποιας ηλικίας. Αυτή ήταν η Λέσχη Ανάγνωσης.

         Γνωριστήκαμε λοιπόν με τις κυρίες και τα είπαμε μια χαρά. Διαβάσαμε, συζητήσαμε, τους έλυσα τις απορίες, με μερικές βγήκαμε και παλιοί γείτονες, μια και εγώ ήμουν παιδί του κέντρου της πόλης και της ίδιας περίπου γενιάς με εκείνες. Χάρισα στην ομάδα και μερικά βιβλία μου με θερμές αφιερώσεις. Αποχώρησα μετά δύο ώρες με μια ευχάριστη αίσθηση, όπως όταν μιλάς από καρδιάς σε ανθρώπους που  σε καταλαβαίνουν και δεν διστάζουν να μοιραστούν τις δικές τους εμπειρίες από τη ζωή. 

          Περνώντας από την αίθουσα των ανδρών, πριν κατεβώ τις σκάλες, τους είδα και πάλι όλους βυθισμένους στα δικά τους. Ποιος να σηκώσει κεφάλι και πώς να αξιωθεί κανείς ένα βλέμμα έστω, όταν μοιράζεται η τράπουλα ή όταν πέφτουν τα ζάρια;

           Και πού βρίσκεται το παράξενο θα μου πείτε; Τι είναι εκείνο που ξεφεύγει από την πεπατημένη; Όταν σε πολλές από τις δεκαπέντε έως είκοσι λέσχες ανάγνωσης που έχω γνωρίσει, είτε ως συντονιστής ή μέλος, είτε ως προσκεκλημένος,  τα μέλη είναι αποκλειστικά γυναίκες και στις υπόλοιπες οι άνδρες αποτελούν μια μικρή μειοψηφία, κάτι σαν γαρνιτούρα στο κυρίως έδεσμα. Όταν οι φιλόλογοι στα λύκεια και τα γυμνάσια που με καλούν είναι σχεδόν πάντα γυναίκες, για να μην μιλήσω γενικότερα για τους εκπαιδευτικούς. Και σχεδόν πάντα οι γυναίκες ενδιαφέρονται για το κάτι παραπάνω από τα προγράμματα του υπουργείου για τους μαθητές τους.

         Ως χαριστική βολή έρχονται τα επίσημα στοιχεία που δείχνουν ότι το 70% των αναγνωστών της λογοτεχνίας είναι γυναίκες. Οι γυναίκες είναι πιο επιμελείς, οι γυναίκες αποκτούν περισσότερα προσόντα, περισσότερα πτυχία, και το γυναικείο κύμα ανέρχεται και καταλαμβάνει ολοένα και περισσότερες θέσεις στα υψηλά κλιμάκια κάθε ιεραρχίας.   

          Αυτά όλα βέβαια στις αναπτυγμένες χώρες της δύσης και σε εκείνες που σέβονται στοιχειωδώς τα ανθρώπινα δικαιώματα και όχι στον μεσαίωνα του Ισλάμ. Ανατριχιάζω όταν αναλογίζομαι τη μοίρα της γυναίκας στις μουσουλμανικές χώρες. Πολύ ωραία την είχε περιγράψει στη γείτονα Τουρκία ο και συνθέτης Ζουλφί Λιβανελί στο μυθιστόρημα του «Ευτυχία».

            Αυτά σκεφτόμουν καθώς βγήκα από το ΚΑ.Π.Η.στη Βενιζέλου και πήρα ένα ταξί για να γυρίσω στο σπίτι. Γυναίκα   η οδηγός σε ένα επάγγελμα που συνεχίζει να παραμένει κυρίαρχα ανδρικό. Ομολογώ ότι, ως κάποτε βαρύ κι ασήκωτο αρσενικό, που μεγάλωσε στα γήπεδα Χαριλάου και Τούμπας, δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι μεγάλο μέρος του ανδρικού πληθυσμού βαδίζει  προς την αποκλειστική  αποβλάκωση των γηπέδων και των πάσης φύσεως τυχερών και άλλων παιχνιδιών χωρίς να ανοίγει τις σελίδες κάθε τόσο έστω και ενός βιβλίου. Δεν μπορώ  όμως  να μη δεχτώ την αλήθεια που με κοιτάζει στα μάτια.

            Στο κάτω-κάτω, κατέληξα, ας κυβερνήσουν κάποτε τον κόσμο και οι γυναίκες. Δεν μπορεί να είναι χειρότερες από μας με την επιθετική έως δολοφονική τεστοστερόνη μας. Δεν μπορεί να είναι χειρότερες από μερικούς αρχηγούς κρατών που βλέπω και με πιάνει αναγούλα. Κι αν η εξουσία διαφθείρει, ας ελπίσουμε ότι αυτές θα τις διαφθείρει σε μικρότερο βαθμό και τελικά θα υπερισχύσει το φυσικό τους ένστικτο για την  προστασία της ζωής.


Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2020

Κάπως έτσι άρχισαν όλα

 

μαθαίνω μια ζωή την αλφαβήτα

γλιστράω στην επιφάνεια των γραμμάτων

με την παρήγορη ψευδαίσθηση

ότι θα φτάσω στο ωμέγα κάποτε

όπου ενεδρεύει αναπόφευκτα

το ωκεάνιο και πάλι άλφα     

 

Ανέβηκα τις σκάλες και για πρώτη φορά στάθηκα έξω απ’ τη βαριά τζαμόπορτα, κάπως παράμερα. Οι τάξεις των μεγάλων ήταν ερμητικά κλειστές, κανένας δεν κυκλοφορούσε στους διαδρόμους. Δίσταζα. Τελικά, έπιασα το μπρούντζινο πόμολο, έσπρωξα με το χέρι και λίγο με το σώμα και μπήκα στη μεγάλη αίθουσα. Καταϊδρωμένος μετά τη μπάλα, με κάλτσες πεσμένες στον αστράγαλο. Με μελανιές στα καλάμια και τα γόνατα και με τσαλακωμένο παντελόνι.
           Μπήκα στον γαλήνιο χώρο με τα γυαλιστερά τραπέζια και τα ράφια σε ανοιχτό χρώμα ξύλου, με  αθόρυβες καρέκλες. Μου έκανε εντύπωση το φως του ήλιου, αλλού πιο έντονο έως εκτυφλωτικό, με δέσμες που σχημάτιζαν περίεργα ακανόνιστα σχήματα στους τοίχους και το πάτωμα. Κι εκείνη η ιδιαίτερη μυρωδιά από τα έπιπλα και τα βιβλία μαζί με τα αρώματα φυτών και δέντρων που έμπαιναν από τα μεγάλα μισάνοιχτα παράθυρα.
          Τριγύρω σκόρπιοι αρκετοί μεγαλύτεροι μαθητές, κάποια κορίτσια, ένας-δυο καθηγητές. Όλοι καλοντυμένοι, όλοι βυθισμένοι σε χοντρά βιβλία, μερικοί να κρατάνε σημειώσεις σε τετράδια και μπλοκ. Κανείς δεν φάνηκε   να έχει αντιληφθεί την παρουσία μου. Ξεκίνησα και στάθηκα και περιερ-γαζόμουν με απόλυτη προσήλωση τους πάντες και τα πάντα. Ξεκίνησα και προχωρούσα αργά με ελαφρά σκυμμένο το κεφάλι. Μέσα στην πλήρη αμηχανία μου, ένιωσα να με κατακλύζει κάτι πρωτόγνωρο, κάτι περισσότερο επίφοβο, λιγότερο ηδονικό και απόλυτα ανεξήγητο.
           Παιδί της κατοχής και της Πλατείας Δικαστηρίων, παιδί της γειτονιάς, της μπάλας και των άγριων παιχνιδιών, αναπόφευκτα από τους πιο ζωηρούς της τάξης, είχα ήδη ξεκοκαλίσει χιλιάδες λαϊκά περιοδικά, Και απείρως περισσότερες εφημερίδες, με πρώτο τον Ελληνικό Βορρά,  που άρπαζα από τα χέρια του πατέρα του μόλις εκείνος πατούσε το κατώφλι του σπιτιού. Κυριολεκτικά όποιο χαρτί είχε γράμματα και λέξεις και βέβαια, για δεύτερη φορά, τα έντυπα που κατέληγαν, τετράγωνα κομμένα με το ψαλίδι, ως αυτοσχέδιο και ευρύτατα διαδεδομένο χαρτί υγείας στο αποχωρητήριο.
         Ήταν γιορτή για μένα ν’ ανακαλύπτω, σε σπίτι συγγενικό ή φιλικό και στις ατέλειωτες και εξοντωτικά ανιαρές επισκέψεις με το λικέρ και τα φοντάν, μια στοίβα παλιά και ξεχασμένα περιοδικά.  Τολμούσα τότε να τα ζητήσω κι επέστρεφα στο άντρο  μου με ένα θησαυρό, που καταβρόχθιζα μεθοδικά απ’ τα περιεχόμενα ως την τελευταία λέξη, κάτω δεξιά, στην τελευταία σελίδα. Με έμαθαν λοιπόν οι θείες και οι πολύ μεγαλύτερες ξαδέλφες μου και αρκετές φορές μου έστελναν δεμένα και με φιόγκο όλα τΕίχα διαβάσει και κάποια, μάλλον λιγοστά, ιστορικά  και λογοτεχνικά βιβλία, αυτά που υπήρχαν τότε στο σπίτι, κυρίως από το σακίδιο του πατέρα στη μικρασιατική εκστρατεία. Δοκίμασα την ογκώδη Δίκη των Εξ αλλά τη βρήκα βαρετή και αρκετά δυσνόητη στην καθαρεύουσα. Πολύ πιο γλαφυρές και από πρώτο χέρι ήταν οι διηγήσεις του μπαμπά όταν, αντί για παραμύθια και μάταια προσπαθώντας να με κοιμίσει, μου έλεγε για τη ζωή στη Σμύρνη και την Ευαγγελική Σχολή, και για τον πόλεμο από τη Σμύρνη ως το Εσκί Σεχίρ  και την Αλμυρά Έρημο. Για το πώς χάθηκαν οι δικοί τους, περιουσίες και πατρογονικά εδάφη. Και για την Ανεξάρτητη Μεραρχία που οπισθοχώρησε συντεταγμένη και πολεμώντας μέχρι τα καράβια.
             Το μυθιστόρημα που είχα μάθει σχεδόν απέξω, ήταν οι Άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ σε πέντε τόμους και στην ωραία μετάφραση του Μάρκου Αυγέρη. Με είχε συγκλονίσει η περιγραφή της μάχης του Βατερλώ, η επέλαση του ιππικού στο οροπέδιο του Αγίου Ιωάννη και η απίστευτη κακοτυχία του γάλλου στρατηλάτη. Κι ακόμη, η συνάντηση του Μυριήλ με τον επαναστάτη στο κεφάλαιο, ο Επίσκοπος Μπροστά σ’ ένα Άγνωστο Φως. Τέλος, οι φοιτητές Φίλοι των Αναλφάβητων, η θυσία στα οδοφράγματα, η μεγαλοσύνη του Γιάννη Αγιάννη.
          Πολύ πριν πάω στο γυμνάσιο, στις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα και ιδίως το καλοκαίρι, όταν έφευγαν οι φίλοι της γειτονιάς για παραθερισμό στα κοντινά χωριά, με άφηναν μόνο στο σπίτι και κλείδωναν με το μακρύ σιδερένιο κλειδί την εξώπορτα για μεγαλύτερη ασφάλεια. Όταν το μεσημέρι γύριζαν από το μαγαζί ο πατέρας και ο μεγάλος μου αδερφός, με έβρισκαν ακριβώς στην ίδια θέση, λες και δεν είχα σηκωθεί ούτε για κατούρημα. Να διαβάζω μισοξαπλωμένος στο τεράστιο διπλό κρεβάτι με τα
παπούτσια μου μόλις να μη λερώνουν την κουβέρτα. Με το αριστερό μου χέρι να στηρίζει το κεφάλι και δίπλα μου μια στοίβα έντυπα. Διάβαζα και το βράδυ, στο φως της γυμνής λάμπας απ’ το ταβάνι, κι ας μου έλεγαν διαρκώς πως θα χαλάσω τα μάτια μου, θα βάλω γυαλιά και θα με κοροϊδεύουν τ’ άλλα παιδιά.
            Εδώ όμως βρέθηκα ξαφνικά σ’ ένα ηλιόλουστο κόσμο, απόλυτα σοβαρό έως σκυθρωπό, σε έναν κόσμο μυστηριώδη και μαγευτικό, και σε άλλης τάξεως μεγέθη. Έλεγαν ότι η βιβλιοθήκη του Ανατόλια ήταν από τις μεγαλύτερες στην Ελλάδα και σίγουρα αυτό ίσχυε για τα αγγλικά βιβλία. Ράφια ατέλειωτα με τεράστια λεξικά, επιστημονικά βιβλία, μελέτες, μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων, αστυνομικά, ακόμη και γουέστερν, ποίηση – μια ανεξάντλητη ποικιλία. Όλα δεμένα ομοιόμορφα,  κωδικοποιημένα και ταξινομημένα, με τίτλους πολλές φορές ερεθιστικά ακατανόητους.
            Τα ονόματα των συγγραφέων στη ράχη των βιβλίων μου φάνηκαν παγερά, περήφανα κι απρόσιτα, ενώ εκείνα τ’ άλλα ονόματα, το ένα κάτω απ’ τ’ άλλο στα καρτελάκια μέσα, με μάγεψαν. Συνήθως ανδρικά, καμιά φορά και γυναικεία, μερικά από την εποχή που το σχολείο ήταν στη Μικρά Ασία, όλα τους άγνωστα και μυστηριώδη, με μαύρο ή μπλε μελάνι, σπάνια με μολύβι, με γράμματα όρθια ή πλάγια, καλλιγραφικά ή τσαπατσούλικα, κάποια μισοσβησμένα, άλλα προκλητικά έντονα. Με αυθαίρετη είσοδο μου στον απόκρυφό τους χώρο, λες και αντίστροφα εισέβαλαν στη ζωή μου και την κυρίεψαν ίχνη από τον αόρατο χρόνο του παρελθόντος, έντονα φορτισμένα με άμεσα και ζωντανά αισθήματα. Λες και με καλωσόριζαν στο ταξίδι και την περιπέτεια όλοι αυτοί οι αινιγματικοί συνεπιβάτες.
             Αφού λοιπόν κανένας δεν με πρόσεξε, προχώρησα στο βάθος, έστριψα αριστερά κι έφτασα στη γωνία, εκεί πουσε ειδικό πιο σκούρο έπιπλο ήταν τοποθετημένες δεκάδες περιοδικές εκδόσεις, κυρίως ξενόγλωσσες. Κοίταξα έξω.Από τη μια μεριά, το βουνό των εκδρομών, ο Χορτιάτης της ανατολής του ήλιου, σύμβολο του σχολείου, με απαλές καμπύλες και γιγάντιες καστανιές. Από την άλλη, ο κόλπος σαν ταψί και οι εκβολές του Αξιού, οι δυτικές συνοικίες της προσφυγιάς, εργατικές και καπνισμένες.
              Πέρα απ’ το Μικρό Καραμπουρνάκι, οι υποσχέσεις του καλοκαιριού, στη σειρά η Περαία, το Μπαξέ Τσιφλίκι και η Αγία Τριάδα, με τις ξύλινες σκάλες τους βαθιά μες στον νερό, για να πιάνουν τα βαποράκια, τ’ αραιά σπιτάκια τους μισοκρυμμένα μέσα στα δέντρα. Τα βαποράκια, η Λευκή, ο Ποσειδώνας και ο Αλέκος, και το ταχύτερο όλων, η Ευδοκία. Οι ατέλειωτες ουρές στην παραλία, ο ιδρώτας, οι κληρώσεις, μπισκότα, σοκολάτες και λαχεία, τα μπάνια, οι μέδουσες πολύχρωμες, πολυέλαιοι αστραφτεροί της θάλασσας. Από τα γήπεδα πολύ πλησιέστερα, μόλις έφταναν οι φωνές και κατά διαστήματα ιαχές θριάμβου.
          Μέσα η ησυχία, η δροσερή γαλήνη με τους ψίθυρους σαν πλάσμα ζωντανό, τα βήματα προσεκτικά και οι κινήσεις, κι ανάμεσα στους άλλους ήχους, ανάμεσα στις άλλες μυρωδιές, η διακριτική αύρα και το θρόισμα της σπάνιας γυναικείας παρουσίας. Και τα βιβλία. Χιλιάδες τα βιβλία. Καθένα κι ένας κόσμος διαφορετικός. Τα βιβλία με το δικό τους τρόπο να χαμογελούν και να σου γνέφουν. Να σου υπόσχονται τα μυστικά τους.
        Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα κι ύστερα τόλμησα να περάσω στους εσωτερικούς διαδρόμους. Πρώτα επισκόπησα τα βιβλία συνολικά και από κάθε δυνατή οπτική γωνία. Άπλωσα το χέρι και το τράβηξα. Ύστερα έπιασα μερικά και  εδώ κι εκεί, τα επέστρεψα στο ράφι τους και πήγα παρακάτω. Καθένα μου έδινε και μια διαφορετική αίσθηση. Τέλος, διάλεξα ένα από τα πολλά που ήθελα, αυτό ας πάρω, μονολόγησα, μετά πήρα άλλο ένα και δειλά-δειλά τα πήγα στη βιβλιοθηκάριο.
         Περίμενα με αγωνία να τελειώσει τη δουλειά της και να σηκώσει το κεφάλι, να εκδώσει την ετυμηγορία. Νομίζω ναι, απάντησα όταν εκείνη με ρώτησε ευγενικά αν ήταν επαρκή τα αγγλικά μου. Θα προτιμούσα και τα δύο, επέμεινα όταν μου συνέστησε ν’ αρχίσω με το ένα. Είπα το όνομά μου και το έγραψε, κι έφυγα γρήγορα, στην αρχή πισωπατώντας, μήπως και ξαφνικά το μετανιώσει.
          Από τη μέρα εκείνη, η βιβλιοθήκη με μαγνήτιζε κι έγινα    ο πιο τακτικός επισκέπτης της. Σαν χρυσοθήρας που ξαφνικά αποκαλύφθηκαν μπροστά στα θαμπωμένα μάτια του ολόκληρα βουνά από χρυσάφι, σαν πειρατής που αποβιβάστηκε ρακένδυτος στο εξωτικό νησί των θησαυρών. Των θησαυρών που ήταν δικοί μου αποκλειστικά κι όμως μπορούσαν
να τους νέμονται κι όλοι οι άλλοι χωρίς αυτό να με πειράζει στο ελάχιστο. Των θησαυρών που με κάθε άγγιγμά μου αυξάνονταν και μεγεθύνονταν και συνεχώς φανέρωναν καινούρια θαύματα.
        Οι παιδικές μου παρορμήσεις σταδιακά προσέλαβαν διαύγεια και σαφήνεια και μετατράπηκαν σε σκέψεις. Σκέψεις που αργότερα ωρίμασαν κι έγιναν αποφάσεις. Δύσκολες αποφάσεις που ελάχιστα απείχαν πια από την πρόκληση. Να διαθέτω τον ελεύθερο χρόνο του γι’ αυτόν τον συναρπαστικό καινούριο κόσμο και να μελετάω τα μαθήματά μου μονάχα στα διαλείμματα και στις προηγούμενες απ’ το καθένα ώρες διδασκαλίας. Με το βιβλίο ανοιχτό και όρθιο να ισορροπεί επικίνδυνα στην πλάτη του μπροστινού. Και να διαβάσω όλα   τα βιβλία που ήταν καλά κρυμμένα σε πλήρη θέα στη βιβλιοθήκη. Όλη την πεζογραφία και όλη την ποίηση.
          Αλλά για να διαβάσω όλα τα βιβλία, δεν αρκούσε να αυξήσω το λεξιλόγιό μου, έπρεπε να μην έχω πια καμία άγνωστη λέξη. Στα ελληνικά αυτό του φαινόταν μάλλον προσιτό, στα αγγλικά σχεδόν αδύνατο. Η δεύτερη πρόκληση λοιπόν σήμαινε αναπόφευκτα ότι θα έπρεπε να διαβάσω και    να μάθω το ογκώδες λεξικό. Σελίδα-σελίδα και λέξη-λέξη, απ’ την αρχή ως το τέλος, όσες φορές χρειαζόταν για να ξεμπερδέψω.
          Γιατί όμως όλες αυτές οι προκλήσεις και μεγαλεπήβολα σχέδια που προσέγγιζαν το παράλογο. Είχα ήδη δώσει την απάντηση με βεβαιότητα, ήταν απλούστατα θέμα αρχής. Κανένας μα κανένας δεν μπορούσε να μου επιβάλλει κάτι που εγώ δεν ήθελα. Κι αυτό που ήθελα, από τώρα και για πάντα, ήταν να  διαβάσω όλα τα βιβλία κι ύστερα να γράψω εγώ ένα ράφι βιβλία..
          Αυτά που ακολούθησαν, στη μαθητική μου ζωή κι αργότερα, είχαν την πικρή και κάποτε λυτρωτική γεύση του αναπόφευκτου. Όσα έπραξα ενώπιον του εχθρού κι όσα ποτέ δεν κατόρθωσα να κάνω. Οι ανταρσίες μου και η συνέπειά μου, η περηφάνια και κάποιοι συμβιβασμοί μου. Ήξερα πια ποιος είμαι, ήξερα την πατρίδα μου. Ήξερα αυτό που δεν αλλάζει. Δέχτηκα και το τίμημα που έπρεπε να καταβάλω. Κι έζησα μια ζωή με σφιγμένα δόντια.
           Όλα λοιπόν είχαν αρχίσει το πρωινό εκείνο που ανακάλυψα τον μυστηριώδη και μαγευτικό κόσμο της βιβλιοθήκης. Και μπήκα μέσα του και ταυτίστηκα. Όλα είχαν αρχίσει στη γειτονιά και το δημοτικό σχολείο. Στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς στο σπίτι. Όλα είχαν αρχίσει τότε που γεννήθηκα, στη μακρινή Ιωνία του πατέρα του, στη Μαύρη Θάλασσα της μάνας του. Και ίσως σε μιαν άλλη Ιωνία στη μνήμη των κυττάρων μου, ανεξιχνίαστη, χωρίς αρχή και τέλος, που κάποτε αναδύθηκε κι αμέσως αναγνώρισε την καταγωγή και το πεπρωμένο της.


Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2020

Η περιπέτεια μιας φιλίας

          ωραία μέρα σήμερα

          σαν τίποτα

          τίποτα να μη χάθηκε για πάντα

 

Θα ήταν άνοιξη του 2007 όταν πέρασα μια μέρα προς το μεσημέρι από τη βιβλιοθήκη της Άνω Τούμπας, περίπου τριακόσια μέτρα από το σπίτι μου, για να αφήσω μερικά βιβλία μου. Όταν έφτασε η σειρά μου, διαπίστωσα ότι η βιβλιοθηκονόμος Λυδία ήταν κι εκείνη απόφοιτη του Ανατόλια, νεώτερη φυσικά από μένα, και είχε ήδη ακούσειτο όνομά μου. Μια και δεν περίμεναν άλλοι στην ουρά με βιβλία να παραδώσουν ή/και να δανειστούν, πιάσαμε μιαφιλική κουβεντούλα. Εκεί επάνω, μου είπε ότι ήταν πολύκρίμα που η συνάδελφος της Λένα ήταν απογευματινή γιατίμε είχε ακούσει στα εφηβικά της χρόνια, από τη δεύτερηεξέδρα του Φεστιβάλ της Κ.Ν.Ε., που γινόταν στο Πάρκοτης Νέας Ελβετίας κατά τη μεταπολίτευση. και  ήθελε πολύνα με γνωρίσει από κοντά.

        Πέρασα λοιπόν μια άλλη μέρα από τη βιβλιοθήκη, βρήκα τη Λένα και γνωριστήκαμε πολύ εγκάρδια, εκείνη έψησε τον καφέ και είπαμε πολλά για τις ηρωικές παλιές εποχές και για    τις όχι και τόσο συναρπαστικές νεώτερες. Η Λένα μου φάνηκε ειλικρινής, πολύ δυναμική και δραστήρια, ο τύπος του ανθρώπου που εγώ τουλάχιστον έτεινα να συμπαθήσω αμέσως. Χώρια που ανήκε και στο ζώδιο του Σκορπιού όπως εγώ. Έτσι λοιπόν άρχισα να πηγαίνω τακτικά για καφέ τα πρωινά στη  βιβλιοθήκη και να τα λέμε με τη Λένα. 

         Σύντομα τα πρωινά αυτά μού έγιναν πολύτιμα και η Λένα ολοένα και πιο στενή μου φίλη. Χαιρόμουν μάλιστα που δεν υπήρχε ούτε υποψία ερωτικής έλξης μεταξύ μας  και η φιλία μας ήταν γνήσια και ανόθευτη, η φιλία δύο ανθρώπων που αγαπούν τη λογοτεχνία, έχουν και άλλα κοινά ενδιαφέροντα,  κοινή ιδεολογική τοποθέτηση και μερικές κοινές εμπειρίες. Ενώ, ταυτόχρονα, συμπαθούν και εκτιμούν ο ένας τον άλλο     ως άνθρωπο και ως προσωπικότητα.

           Η Λένα θεωρούσε ότι ήταν καθήκον της να διαβάζει όλα τα καινούρια βιβλία που έμπαιναν στη βιβλιοθήκη για να είναι ενημερωμένη. Συχνά την έβρισκα σκυμμένη πάνω από ανοιχτές σελίδες. Ένα πρωί λοιπόν κατά τις έντεκα που σήκωσε το κεφάλι της για να μου πει καλημέρα και να κάνει τον καφέ, γύρισε προς το μέρος μου και το ξεφούρνισε.

        -Σκέφτομαι να κάνω μια Λέσχη Ανάγνωσης εδώ στη Βιβλιοθήκη, θα με βοηθήσεις;

       - Φυσικά, Λένα μου, θα είναι ωραίο να το κάνουμε αυτό μαζί. Πώς ακριβώς το σκέφτεσαι;

        - Η Κυριακή είναι η πιο κατάλληλη μέρα για τους περισσότερους. Θα έρχομαι το βραδάκι ν’ ανοίξω και θα ανεβαίνουμε στο μακρόστενο πατάρι. Θα διαβάζουμε ελληνικό και ξένο μυθιστόρημα και θα τη συντονίζουμε μαζί. Ξέρω ήδη μερικούς που ενδιαφέρονται, θα βγάλουμε και ανακοίνωση.

         Έτσι κι έγινε. Συγκεντρωθήκαμε μια Κυριακή και βολευτήκαμε τριγύρω στο πατάρι, γνωριστήκαμε, ανταλλάξαμε τις πρώτες απόψεις και συμφωνήσαμε να προτείνει ο καθένας τρία ελληνικά και τρία ξένα μυθιστορήματα, να μπουν αυτά σε δύο πρόχειρες κληρωτίδες και να διαβάζουμε και συζητάμε ελληνικό και ξένο εναλλάξ.

             Τα μέλη ήταν περί τα δεκαπέντε συνολικά, άνδρες και γυναίκες, τριαντάχρονοι ως πενηντάχρονοι και μεγαλύτεροι σαν κι εμένα, αριστεροί και αριστερότεροι, κεντρώοι και κάπως δεξιόστροφοι, με όλες τις οπτικές και τις απόψεις, όλα τα χρώματα και  τα αρώματα, κατά την καθιερωμένη έκφραση. Όλοι πάντως φανατικοί αναγνώστες της λογοτεχνίας. 

         Μπορώ να πω ότι η πρώτη αυτή για μένα Λέσχη Ανάγνωσης  ήταν η πιο πετυχημένη απ’ όλες. Προτείνονταν κάθε είδους μυθιστορήματα και ακούγονταν κάθε είδους απόψεις, υπήρχαν συμπάθειες και αντιπάθειες μεταξύ των μελών χωρίς να προκαλούν άλυτα προβλήματα, βεβαίως και υπήρχαν διαφωνίες, γινόταν έντονη συζήτηση και στο τέλος όλοι φεύγαμε με την προσδοκία της επόμενης συνάντησης.       

           Αν θυμάμαι καλά, η Λέσχη αυτή κράτησε περί τα τρία χρόνια. Όπως όμως όλα έχουν ένα τέλος, ιδίως τα ευχάριστα, μια μέρα ξαφνικά η Λένα μας ανακοίνωσε ότι, με τον Γιάννη Μπουτάρη νέο δήμαρχο, της είχε γίνει πρόταση να αναλάβει τη γραμματεία του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου και φυσικά θα έπρεπε να αποχωρήσει από τη Λέσχη κι εμείς να βρούμε άλλο χώρο γιατί δεν θα ήταν πλέον δυνατόν να ανοίγει τη βιβλιοθήκη την Κυριακή το βράδυ. 

          Δεχτήκαμε με εγκαρτέρηση την ψυχρολουσία, της ευχηθήκαμε καλή επιτυχία στα νέα της καθήκοντα, η Λέσχη φιλοξενήθηκε για ένα διάστημα στο πατάρι του καταστήματος γυναικείων ρούχων μιας από τα μέλη κι εγώ έχασα τη φίλη μου. Πάει η Λένα, πάνε τα πρωινά καφεδάκια και η κουβεντούλα μας, έχασε και μεγάλο μέρος του ενδιαφέροντός της η Λέσχη Ανάγνωσης. Προσωρινά, σκέφτηκα και παρηγορήθηκα.

        Μπορώ να πω ότι ήταν πρωτότυπο και  χαριτωμένο  να συζητάμε για μυθιστορήματα ανάμεσα σε κρεμασμένα φορέματα, τα σοβαρά προβλήματα όμως μόλις είχαν αρχίσει. Υπήρξαν αρκετές αποχωρήσεις, υπήρξαν και σοβαρές προστριβές με πρόσθετες αποχωρήσεις. Τα γυναικεία ρούχα    δεν μας άντεξαν για πολύ, παρά τις αγαθές προθέσεις της ιδιοκτήτριας του καταστήματος.  

          Τελικά, όσοι είχαμε μείνει, δεν θυμάμαι πώς ακριβώς, δεχτήκαμε τη γενναιόδωρη πρόταση του βιβλιοπωλείου Μπαρμπουνάκη  να φιλοξενήσει τη Λέσχη μας στον υπόγειο χώρο του, κάπου στη Χρυσοστόμου Σμύρνης. Αποχαιρετήσαμε λοιπόν το παράταιρο περιβάλλον και, από τις προς τα πάνω σκάλες, οδηγηθήκαμε στις προς τα κάτω και στο τόσο οικείο περιβάλλον των βιβλίων. Και η Λέσχη συνέχισε τη λειτουργία της, κάπως μηχανικά είναι η αλήθεια.

        Δεν ξέρω αν ο ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου προσδοκούσε αυξημένες πωλήσεις από φανατικούς αναγνώστες της λογο-τεχνίας σαν κι εμάς, κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη. Με αυτά και με άλλα, και αυτή η συνεργασία ατόνησε σταδιακά και βρήκαμε το τελικό φιλόξενο καταφύγιό μας στη Βιβλιοθήκη της Κάτω Τούμπας τη φορά αυτή. Ταυτόχρονα, εγώ ήμουν μέλος και στη Λέσχη Ανάγνωσης της Βιβλιοθήκης Χαριλάου.

         Και τότε εμφανίστηκε και πάλι η Λένα. Μου είπε ότι θα τα κατάφερνε να ξεφεύγει κατά διαστήματα από τα απαιτητικά καθήκοντα της νέας θέσης της και ότι ήθελε να οργανώσουμε μαζί μια Λέσχη Ανάγνωσης Αστυνομικού Μυθιστορήματος. Και Λένα και αστυνομικό λοιπόν ! Ήταν να μην χαρώ ! Ούτε ατμομηχανή δεν θα μπορούσε να σύρει τα αστυνομικά που είχα διαβάσει από τα παιδικά μου χρόνια.                                  

            Την οργανώσαμε λοιπόν και για ένα διάστημα όλα πήγαιναν μια χαρά. Έως ότου η Λένα θέλησε να συζητήσουμε ένα βιβλίο του Μαρτινίδη που ήταν και η συμπάθειά της. Καλός και άγιος ο Πέτρος, ευγενικός, καλλιεργημένος και εύγλωττος, ενδιαφέροντα και τα αστυνομικά του μυθιστορήματα αλλά, ίσως ως πανεπιστημιακός, είχε τη συνήθεια να απαντάει σε  κάθε ερώτηση με μια μικρή διάλεξη.

          Κάποια νεώτερα μέλη της Λέσχης δίπλα μου, με παρακάλεσαν λοιπόν χαμηλόφωνα να ζητήσω να συντομεύει γιατί η ώρα ήταν ήδη περασμένη. Απευθύνθηκα στη Λένα ως συντονίστρια και έκανα ακριβώς αυτό, όσο το δυνατόν πιο διακριτικά. Η Λένα όμως παρεξηγήθηκε, λες και είχα θίξει κάποια ιερή αγελάδα. 

        -Καλά, αυτοί δεν έχουν φωνή να το ζητήσουν; μου είπε απότομα.

         Πρώτη φορά μου μιλούσε με αυτό τον τρόπο η Λένα και   η έκπληξη ήταν πολύ δυσάρεστη για μένα.

       -Διστάζουν να το κάνουν, δεν το καταλαβαίνεις; Ορίστε, ένας, δύο, τρεις αριστερά μου.

         Ο ίδιος ο Πέτρος έσπευσε να παραδεχτεί ότι είχε μακρηγορήσει και τα πράγματα οδηγήθηκαν σε ένα  μάλλον φυσιολογικό τέλος. Βγήκαμε και φωτογραφία όλοι μαζί. Φαίνεται όμως ότι κάποιο γυαλί είχε ραγίσει.  

          Ακολούθησε την άλλη μέρα μια συζήτηση στο facebook για το θέμα, που έκανε το πράγματα χειρότερα. Ήμουν κι εγώ εκνευρισμένος. της απέδωσα ευθύνες και η Λένα δήλωσε ότι αποχωρεί από τη Λέσχη Ανάγνωσης.

           Εύθραυστη σχέση η φιλία, ιδίως ανάμεσα σε δύο Σκορπιούς. Ακολούθησε ένα διάστημα παγερής σιωπής. Σίγουρα ήμασταν και δύο πολύ στενοχωρημένοι. Δεν ξέρω πόσο καιρό αργότερο, συναντηθήκαμε  με τη Λένα για ένα καφέ. Ανοίξαμε λοιπόν την καρδιά μας, αγκαλιαστήκαμε  και φαίνεται ότι η παρεξήγηση είχε λυθεί οριστικά. Οι αντικειμενικές συνθήκες όμως παρέμειναν οι ίδιες. Εκείνη πνιγμένη στη δουλειά στον Δήμο κι  εγώ με τις δικές μου πολλές ασχολίες.                                        

        Καμιά φορά τώρα, όταν περνάω έξω από τη Βιβλιοθήκη της Άνω Τούμπας, χώρο πλέον ξένο και ψυχρό, νιώθω να με τυλίγει η αύρα εκείνη της παλιάς ζωντανής φιλίας μας, του πρωινού καφέ και της κουβεντούλας μας. Ξέρω βέβαια ότι όσα χάθηκαν, δεν ξαναγυρίζουν πια. Εκείνο όμως που παραμένει ακέραιο  είναι η χαρά μου όταν την ξαναβλέπω έστω για λίγο σε κάποια εκδήλωση. Όταν λέμε δυο κουβέντες, έστω σε κάποιο διάδρομο. Ξέρω τότε ότι θα παραμείνει πάντα στην καρδιά μου, ένας δικός μου άνθρωπος.

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2020

Η παλαιά φρουρά δεν παραδίδεται

Αμείλικτα τα πλαγιομετωπικά πολυβολεία του χρόνου  αποδεκατίζουν την παλαιά φρουρά. Από τους 62 συμμαθητές στο γυμνάσιο, έχουν τώρα απομείνει λίγο περισσότεροι από τους μισούς. Μερικοί είναι μόνιμα εγκατεσπαρμένοι σε ξένες χώρες, αρκετοί ζουν στην πρωτεύουσα αλλά βάση της παλαιάς φρουράς παραμένει βέβαια η μητέρα Θεσσαλονίκη. Κάποιοι   δεν έφυγαν ποτέ, πολλοί άλλοι γύρισαν εδώ για πάντα, μετά τις σπουδές τους ή και την εργασία στο εξωτερικό.

         Εδώ και τριάντα τόσα χρόνια λοιπόν,  τέσσερις έως δέκα  από τους μόνιμους κατοίκους της πόλης, μαζί καμιά φορά με επισκέπτες συμμαθητές, συνέρχονται κάθε Κυριακή πρωί, βρέξει χιονίσει, στην καφετέρια Αστέρια του Πανοράματος. Με θέα την πόλη που απλώνεται νωχελικά κάτω, από     το Μεγάλο Καραμπουρνάκι ως το Καλοχώρι, και το αστραφτερό γαλάζιο του Θερμαϊκού με τα σκόρπια πλοία, ενώ στο βάθος υψώνονται οι χιονισμένες κορυφές του Ολύμπου.

           Συμμαθητές στο γυμνάσιο από τα δώδεκα, μερικοί  και στο δημοτικό από τα έξι, έχουν φτάσει τώρα ασπρομάλληδες σε ηλικία που πολλοί τους δεν το περίμεναν και κανένας τους με τίποτα δεν το πιστεύει. Και όλοι οι άλλοι θαυμάζουν αυτή την ισόβια  φιλία και απορούν τι λένε κάθε Κυριακή μετον καφέ ή το αναψυκτικό τους. Οι ίδιες οι γυναίκες τους,τα παιδιά τους, οι συγγενείς και οι φίλοι.

           Πριν χρόνια, ο γιος μου με είχε ρωτήσει, «μπορούμε κι εμείς, ρε μπαμπά, όταν φτάσουμε στη δική σας ηλικία, να έχουμε διατηρήσει τη φιλία μας όπως εσείς;» «Αν τιμήσετε τη φιλία σας, αγόρι μου», του απάντησα, «θα την   έχετε για πάντα». Και την τίμησαν με το παραπάνω γιατί κοντά στα σαράντα τους τώρα, παραμένουν πιο πολύ κι από αδέρφια. Ο Νίκος, ο Κώστας, ο Θοδωρής και ο Άρης από το λαϊκό γυμνάσιο και λύκειο της Μαλακοπής, στο θέμα αυτό είναι ίδιοι, ίσως και καλύτεροι από τους παλιούς συμμαθητές του αριστοκρατικού υποτίθεται Κολλεγίου Ανατόλια.

           Ρίχνω μια ματιά τριγύρω, εγώ ο γραφιάς και γραμματικός της παρέας, και βλέπω έναν οικονομολόγο, ένα καθηγητήτου Πολυτεχνείου, ένα μηχανικό με δική του εταιρία, έναν βιομήχανο, έναν άλλο μηχανικό που ζούσε στη Γερμανία και πριν μερικά χρόνια επανέκαμψε, έναν διευθυντή τράπεζας εδώ και στην Κύπρο, έναν διαπρεπή δικηγόρο, έναν καθηγητή του Μετσόβιου που έρχεται κατά διαστήματα από την Αθήνα κι έναν ανώτερο υπάλληλο αεροπορικής εταιρίας. 

         Και γελάω από μέσα μου ! Και απέξω μου καμιά φορά. Γιατί δεν τους βλέπω καθόλου έτσι. Μα ούτε κι εκείνοι τον εαυτό τους. Όχι γιατί είναι πλέον συνταξιούχοι, ομότιμοι ή απλώς απόμαχοι. αλλά γιατί, στην παρέα αυτή τουλάχιστον, έχουν αγκυροβολήσει στα εφηβικά τους χρόνια, έτσι αισθάνονται και έτσι φέρονται και σ’ όποιον γουστάρει. Ασπρομάλληδες έφηβοι που μιλάνε, φωνάζουν και μαλώνουν όπως τότε !!  

          Όχι ότι δεν μας κόστισαν οι απώλειες! Μας κόστισαν  και    πολύ μάλιστα !  Πρώτος είχε φύγει ο Κώστας, που είχε και την ιδέα για τις συγκεντρώσεις αυτές, αρχικά σε καφετέρια  του Σέιχ-Σου μαζί με περπάτημα για λόγους υγείας. Έφυγε ο Τάσος, το υπόδειγμα της λογικής και της δύναμης,  έφυγε ο άλλος Τάσος, το υπόδειγμα ευθύτητας και εντιμότητας, έφυγε και ο τρίτος Τάσος, με το ιδιόμορφο χιούμορ, που είχε περίπου  αμερικανοποιηθεί ! Και οι τρεις φίλοι, συμμαθητές, αδέρφια. Έφυγε ο Δημήτρης μας, ναι, ρε έφυγε! Όχι, δεν θα καθίσω να τους μετρήσω όλους, δεν έχει νόημα, πονάει και πολύ! Γιατί με τα παιδιά αυτά (πάντα παιδιά!), ζήσαμε μια ζωή μαζί, περισσότερα χρόνια απ’ όσα με τους γονείς μας και τα αδέρφια, περισσότερα απ’ όσα με τη γυναίκα και σύντροφο  μας.      

         Ε, καλά, δεν στενοχωριόμαστε εκεί επάνω, περισσότερο γελάμε! Ελεεινολογούμε την πολιτική ζωή του τόπου και τα χίλια δυο στραβά του και, ταυτόχρονα, λατρεύουμε την πατρίδα μας. Όχι, δεν είναι ασυμβίβαστα αυτά τα δύο. Μιλάμε και για ποδόσφαιρο, για στίβο, για μπάσκετ. Για γυναίκες σπάνια πλέον, τι να  πούμε; Για τους χαμένους έρωτες και τα παλιά μεγαλεία; Πονάνε κι αυτά ! Ούτε για το παλιό μας σχολείομιλάμε συχνά. Απλώς χαιρόμαστε ο καθένας την παρέατων άλλων. 

           Η παλαιά φρουρά διαβάζει επιστημονικά βιβλία και συγγράμματα, διαβάζει εφημερίδες και περιοδικά αλλά πολύ λίγο διαβάζει λογοτεχνία. Με κάποιες εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων τον Βύρωνα, τον Λάκη και τον Στέφανο που τα τελευταία χρόνια έχει γράψει μια σειρά βιβλίων για φλέγοντα οικονομικά και πολιτικά θέματα κυρίως. Έτσι, σπάνια ή επιλεκτικά τους μοιράζω τα ποιητικά βιβλία μου και αρκούμαι να εισπράττω τα όποια εγκώμια για τα διηγήματά μου !

           Περιττό να πω ότι με τους σερβιτόρους έχουμε γίνει φίλοι και τα κορίτσια της καφετέριας μας περιποιούνται ιδιαίτερα. Έχουμε το δικό μας τραπέζι και, μαζί με τις παραγγελίες, έρχονται πάντα τυρόπιτες, σπανακόπιτες καικέικ. Κι εμείς φυσικά αφήνουμε το κάτι παραπάνω.

          Αυτή είναι μια γνήσια ανδροπαρέα. γυναίκες δεν χωράνε ανάμεσα μας. Μια φορά είχε κουβαλήσει ο Γιάννης, ώρα του καλή, μια παλιά συμμαθήτρια που, και μόνο με την παρουσία της, χάλασε το όλο κλίμα. Άντε τώρα να προσέχεις τι θα πεις και πώς θα το πεις, να ασκήσεις αυτοσυγκράτηση, να σου έρχεται η βρισιά και να την καταπίνεις. Δεν γίνεται με τίποτα !

          Η παλαιά φρουρά λοιπόν δεν παραδίδεται. Γράφει μετην πράξη της ζωής της το πιο ωραίο ποίημα, το πιο ωραίο λογοτεχνικό βιβλίο. Ίσως κατά κάποιο τρόπο να είναι και ηπιο γνήσια Λέσχη Ανάγνωσης. Γιατί διαβάζει ο καθένας μαςκαι συζητάει το πιο αυθεντικό βιβλίο στην τόσο οικεία περιπέτεια και τις λεπτομέρειες της ζωής των άλλων. Με όλες τις επιτυχίες, τις διαψεύσεις, τα πάθη και τα λάθη τους.   

          Η παλαιά φρουρά δεν παραδίδεται. Πέφτει και θα πέσει ως το τέλος επί των επάλξεων. Γιατί ήδη παίζουμε την παράταση και το ξέρουμε. Γιατί κάθε τόσο ακούμε για μια  νέα απώλεια. Ή κάποιος δεν έρχεται πια την Κυριακή. Λυπάμαι αυτόν που θα μείνει τελευταίος. Να περιφέρεται σαν την άδικη κατάρα, να ψάχνει μάταια κάποιον άλλο και ξαφνικά η καφετέρια να του φαίνεται τόπος άψυχος και πικρός, ξένος.

          Την ευαρέσκεια τους εκφράζουν την άνοιξη στο μεγάλο μπαλκόνι τα σπουργίτια. Που φτερουγίζουν τριγύρω, χοροπηδάνε στα διαζώματα, τσιμπολογάνε τα ψίχουλα στα τραπεζάκια. Την εκφράζουν κουνώντας καταφατικά το κεφαλάκι ους. Ποιο άλλο πλάσμα θα καταλάβαινε καλύτερα το πρόσκαιρο της κάθε ύπαρξης και την αξία της αφοσίωσης;

          Αν προσέξει κανείς μάλιστα κάπως καλύτερα, τις μέρες που έχει διαφάνεια και ο Όλυμπος στο βάθος φαίνεται να αγγίζει το νερό, θα δει τους θεούς να χαμογελάνε. Λίγο μελαγχολικά. είναι η αλήθεια, αλλά και σαν αναγνώριση μιας θείας ιδιότητας στους θνητούς. Με όλες τις ελλείψεις και τα ελαττώματα μας, ένα θεϊκό χαμόγελο προς το τέλος της παράστασης, δεν είναι λίγο, καθόλου λίγο.