Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2020

Επέμβαση ανοιχτής καρδιάς

 
είμαι ένας Σάυλωκ παράξενος
σας δίνω την ψυχή μου δώρο
και παίρνω τη δική σας την ψυχή
προσάναμμα μιας φωτιάς πάντα καινούριας
                                      



- «Η Βικτωρία έδωσε τα ποιήματά σου στους μαθητές της», μου είπε στο τηλέφωνο ο Ανδρέας. «Δεν θα σου πω πόσοτους άρεσαν, μίλησε καλύτερα με εκείνη».  .
        - «Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο τους άρεσαν»,μου είπε η Βικτωρία και πάλι στο τηλέφωνο λίγη  ώρα αργότερα. «Θα αφήσω εκείνους να σου το δείξουν στην εκδήλωση που έχουμε οργανώσει. Ελπίζω να έρθεις μαζίμε τη Σοφία».
         Ήταν κάτι που δυσκολεύτηκα να πιστέψω. Τεράστια έκπληξη και μυστήριο μαζί. Καταρχήν, δεν νόμιζα ότι η Βικτωρία αγαπούσε ιδιαίτερα την ποίησή μου ή ότι συμπαθούσε καν εμένα τον ίδιο.  Τόσοι και τόσοι καθιερωμένοι ποιητές υπάρχουν, παλιοί και νεώτεροι, γιατί να δώσει τα δικά μου ποιήματα στους μαθητές της; Και τι θα καταλάβαιναν οι εργαζόμενοι άνδρες και γυναίκες από εικοσιπέντε ως εξήντα πέντε χρονών, που είχαν περάσει δια πυρός και σιδήρου στη ζωή τους και μόλις τώρα τους δινόταν η δυνατότητα στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας να πάρουν το απολυτήριο του γυμνασίου; Ίσως να είχαν ακούσει κάποτε για τον Σολωμό ή τον Καβάφη, δεν είχαν όμως καμία απολύτως εξοικείωση με τη σύγχρονη ποίηση.  Κάτι που βεβαίως θεωρούσα απαραίτητο για να καταλάβει κανείς, να εκτιμήσει και να απολαύσει την ποίηση.
          Με αυτές τις σοβαρές επιφυλάξεις, ενημέρωσα τη Σοφία και ξεκινήσαμε να βρούμε το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας για να παρακολουθήσουμε την εκδήλωση. Ήταν κάπου στην Εθνικής Αμύνης. Φτάσαμε, ανεβήκαμε τις σκάλες και οδηγηθήκαμε σε μια κατάμεστη αίθουσα. Εκεί γνωριστήκαμε με τη συμπαθητική διευθύντρια και είδαμε τη Βικτωρία, φωτεινή και κεφάτη, αξιαγάπητη, να συντονίζει τα πάντα. Λες και είχε μεταμορφωθεί από απλή φιλόλογος σε ένα πλάσμα περίπου μαγικό.
         Μετά από σύντομους προλόγους και παρουσιάσεις, εικοσιπέντε μαθητές, καθισμένοι σε τραπεζάκια που είχαν σχηματίσει ένα μεγάλο Π, άρχισαν να διαβάζουν, ο καθένας  από ένα ποίημα μου της απόλυτης επιλογής του. Και τα διάβαζαν καλά, με δυνατή φωνή, χωρίς κόμπιασμα και λάθη, με ελεγχόμενη συγκίνηση. Ενώ οι συμμαθητές τους στο ακροατήριο άκουγαν βουβοί κι αθόρυβοι και, κατά διαστήματα, ξεσπούσαν σε χειροκροτήματα.
          Εγώ παρακολουθούσα προσεκτικά και δυσκολευόμουν να πιστέψω, αυτή τη φορά αυτό που έβλεπα. Ομολογώ ότι κάπου μέσα μου καμάρωνα αλλά η αμηχανία μου υπερίσχυε σαφώς. Αυτή η αμηχανία χτύπησε κόκκινο στο τέλος της εκδήλωσης. Όταν άρχισαν να έρχονται ένας-ένας αρκετοί μαθητές, ώριμοι άντρες και γυναίκες, για να μου πουν πόσο σημαντικό για κείνους ήταν το ποίημα που διάβασαν και να μου σφίξουν το χέρι ή να μου κρατήσουν και τα δύο χέρια. Μια αναγνώστρια μου είπε, μάλιστα, «αυτό το ποίημα είναι η ζωή μου», ενώ μια άλλη με κοίταζε με δάκρυα στα μάτια. Ενώ εγώ ψέλλιζα ένα «χαίρομαι» ή ένα «ευχαριστώ» και τους ανταπέδιδα τη χειραψία με ένα χαμόγελο ή και ένα χτύπημα στην πλάτη.                      
          -«’Ασε τα περί αμηχανίας», άκουσα μέσα μου να με ειρωνεύεται  ο κυνικός εαυτός μου, «καμαρώνεις σαν τογύφτικο σκεπάρνι». Ε, ναι, καμάρωνα μέσα στην αμηχανία μου και ενώ διερωτόμουν αν είχα κοκκινίσει ύστερα από τόσα χρόνια. Δεν τόλμησα όμως να ρωτήσω τη Σοφία.
           Τα υπόλοιπα, ερωτήσεις, απαντήσεις, αμοιβαίες ευχαριστίες και τα παρόμοια, δεν διέφεραν ουσιαστικά από τα καθιερωμένα και δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Σημασία έχει το γεγονός ότι, η συναισθηματική αυτή κορύφωση, η  συγκλονιστική εμπειρία άλλαξε την άποψη και την οπτική
μου για την ποίηση. Με την εξαίρεση ποιημάτων εσκεμμένα δυσνόητων, που κι εγώ ο ίδιος συχνά δεν καταλαβαίνω, το πρωταρχικό στοιχείο δεν είναι η εξοικείωση με την ποίηση, είναι ο δεκτικός άνθρωπος με την ανοιχτή καρδιά.  Στην ανοιχτή καρδιά των ταλαιπωρημένων από τη ζωή ανθρώπων είχαν επέμβει τα ποιήματά μου με τα εκπληκτικά αυτά αποτελέσματα. Και όχι μόνο τα δικά μου βέβαια αλλά πιθανότατα και άλλων ποιητών, αν δινόταν στους μαθητές η ευκαιρία να τα διαβάσουν.
             Φεύγοντας από το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας με μια αίσθηση ευφορίας κι ενώ κρατούσα σφιχτά το χέρι της Σοφίας που συνέχιζε να με μακαρίζει, μου ήρθαν στον νου οι στίχοι του πρόωρα χαμένου ποιητή και φίλου Ανέστη Ευαγγέλου. «Είναι πολλά τ’ αδέρφια μου, δεν είμαι μόνος».
 

Σάββατο, 29 Φεβρουαρίου 2020

Η ποίηση όμως δεν κινδυνεύει !!

                                                Ερατώ, η μούσα της ποίησης

Η ποίηση όμως δεν κινδυνεύει


ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΟΥ «Μ» ΚΩΣΤΑ ΚΡΕΜΜΥΔΑ
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ '90
(τεύχος 28, Σεπτέμβριος 2002) 

Τα ερωτήματα που κατά καιρούς διατυπώνονται δημοσίως ως προς την πορεία της τέχνης και της λογοτεχνίας, την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ρευμάτων, ανησυχιών και διαλόγου ναι μεν είναι εύλογα, πλην όμως γνωστά. Αυτό που θα ήταν συνεισφορά, είναι η διατύπωση ουσιαστικών προτάσεων που θα συνέβαλαν πραγματικά στο ξεκίνημα ενός διαλόγου. Τα ερωτήματα είναι κοινά, οι απαντήσεις είναι το ζητούμενο∙ αν και συνήθως αποφεύγονται τόσο τα πρώτα, όσο και οι δεύτερες. Σημασία έχει το «φαίνεσθαι» και το «προβάλλεσθαι» παντοιοτρόπως και ποικιλοτρόπως. Η ατομική υπεροχή μέσω μιας αυτιστικής συμπεριφοράς όχι μόνο αποτρέπει την παραχώρηση ζωτικού χώρου στον άλλο, αλλά αντιθέτως επιβάλλει την αποσιώπηση των απόψεων, όταν δεν κατορθώνεται η πλήρης εξαφάνισή τους. Ο διάλογος προϋποθέτει αποδοχή∙ ο σύγχρονος πολιτισμός δημόσιες σχέσεις. Οι καινούριες ιδέες και τα νέα ρεύματα δεν εξασφαλίζονται με κεντρικούς προγραμματισμούς, με διακηρύξεις, κρατικές χορηγίες ή κομματικές αναρριχήσεις, όταν μάλιστα συστηματικά αγνοούνται και συχνά περιθωριοποιούνται οι ίδιοι οι δημιουργοί των ιδεών και των ρευμάτων.
Μακριά από μας η μακαριότητα ενός καλοβαλμένου μικρόκοσμου. Προσεκτικοί σε μανιφέστα, παραμένουμε εν τούτους πρόθυμοι σε συνεργασίες, συλλογικότητες κι απόψεις που αναγκαστικά προχωράνε τη σκέψη και την ελπίδα μας. Παλιότερο όνειρο του συνεργάτη μας Χρήστου Ηλιόπουλου ο διάλογος για την τέχνη από τις στήλες του «Μανδραγόρα»∙ όμως στην κοινωνική συγκυρία της ιδιωτικότητας και της απομόνωσης ο διάλογος μέσα από το περιοδικό παρέμενε ανεκπλήρωτη επιθυμία μας. Απρόσμενη η ζεστή και ουσιαστική συμβολή του Τόλη Νικηφόρου μας κέντρισε για δημοσίευση (κι όχι μονάχα για τα επαινετικά εισαγωγικά του σχόλια). Πρόθυμοι για τη συνέχεια παραμένουμε διαθέσιμοι και διατεθειμένοι.
«Μ»    

Φίλε μου Κώστα, 
Ευχαριστώ θερμά για τα δώρα σου. Τα ωραία, τα ενδιαφέροντα, τα ερεθιστικά. Την «Ανθολογία Ποίησης της Γενιάς του '90 Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς», τα ποιήματά σου «Μηνύματα σε κινητό» και τα ποιήματα του Αλέξανδρου Αραμπατζή «Δύο Δρυοκολάπτες δραπετεύουν από το Δρυοκολαπτεκκολαπτήριο» (με προσοχή αυτή τη λέξη, ε;)
Τα βιβλία του Μανδραγόρα, εκτός από την όραση, απευθύνονται στην όσφρηση και στην αφή μου, μου δίνουν μια αίσθηση του εξ αποστάσεως οικείου και του ερωτικού. Μακάρι να 'ξερά γιατί. Ίσως επειδή αναδίδουν τον πόνο, το μεράκι και τον έρωτα εκείνων που τα γέννησαν. Χώνονται, λοιπόν στα χέρια μου, κι εκεί, σαν πλάσματα ζωντανά (που είναι), μοσχοβολούν, χαϊδεύονται, μου εμπιστεύονται τα μυστικά τους. Όχι όλα. Όσα είναι ασφαλές για όλους να γνωρίσουμε.
Τρία τα βιβλία, τρεις και οι απαντήσεις. Πρώτα για την ανθολογία. Τη διάβασα με εξαιρετικό ενδιαφέρον, από τη σύντομη εύστοχη εισαγωγή σου και τη διορατική αναλυτική παρουσίαση της Αγγελικής Κωσταβάρα, ως τα αντιπροσωπευτικά δείγματα της δουλειάς των 35 νέων ποιητών. Να σκεφτείς ότι, ως τώρα, ήξερα μόνο τον Γιώργο Λίλλη και την Αριστέα Παπαλεξάνδρου, κι αυτούς χάρη στις εκδόσεις του Μανδραγόρα.
Μίλησες για διάλογο (τα ίδια τα κείμενα τον προκαλούν), και αισθάνθηκα αμέσως την ανάγκη να ανταποκριθώ. Πρώτα απ' όλα για να πω πόσο χάρηκα με την παρουσία της πολύχρωμης νεότατης γενιάς, με τα τόσο ζωντανά και προικισμένα αυτά παιδιά που μερικές φορές μου θύμισαν τη δική μου πίκρα, οργή και απελπισία όταν τύπωσα τους Άταφους το 1966, περίπου όταν γεννήθηκε ο μεγαλύτερός τους. Και το συμπέρασμα; Όχι, η ποίηση δεν κινδυνεύει. Ούτε από τα μεγάλα συμφέροντα, ούτε από τους εμπόρους που δεν την προωθούν, ούτε από την εξουσία, το υπουργείο παιδείας, τις κρατικές επιτροπές και τον τύπο, ούτε από το καταναλωτικό πρότυπο της κοινωνίας και τη γενική αποχαύνωση. Αρκεί να έχουμε όλοι επίγνωση των ορίων μας και του προορισμού μας. Όπως διαισθάνομαι ότι συμβαίνει με αυτούς τους νέους ποιητές.
Και βέβαια συμφωνώ με τις περισσότερες από τις διαπιστώσεις και τις παρατηρήσεις σας, τις δικές σου και της Αγγελικής. Θα ήθελα όμως να σας υπενθυμίσω τις κοινωνικές συνθήκες και την κατάσταση του ανθρώπου σε προηγούμενες εποχές, να επισημάνω την αναλλοίωτη φύση του ποιητικού φαινομένου και τη στάση του ποιητή σ' αυτόν τον αποτρόπαιο κόσμο που είναι ταυτόχρονα και κόσμος των θαυμάτων.
Ο κάθε ποιητής ζει με την αυταπάτη της μοναδικότητας. Της μοναδικότητας των συνθηκών μέσα στις οποίες διαδραματίζεται η προσωπική του περιπέτεια, της μοναδικότητας της ποιητικής του έκφρασης, της μοναδικότητας της γενιάς του. Και, βέβαια, της μοναδικότητας των δικών του συγκινήσεων, του δικού του έρωτα, των δικών του απογοητεύσεων, των δικών του κοινωνικών και υπαρξιακών προβλημάτων. Και είναι φυσικό αυτό, αφού ο δημιουργός ιδιαίτερα αλλά και κάθε άνθρωπος είναι προορισμένος να ανακαλύπτει τον κόσμο απ' την αρχή.
Μετά από τόσες διαψεύσεις, μετά από δεκαετίες άγχους και κατάθλιψης και μέσα σε τόσες θηριωδίες και απειλές, πρώτος εγώ θα έλεγα ότι ζούμε σε μια τραγική εποχή. Με τον θάνατο και την πορνεία να παρελαύνουν ξετσίπωτα στις οθόνες και νέους εφιάλτες να προβάλουν κάθε τόσο στον ορίζοντα. Όπως εξάλλου το έχω εκφράσει στα βιβλία μου. Ποια εποχή όμως υπήρξε καλύτερη; Στην Ελλάδα, τις ευρωπαϊκές και τις άλλες χώρες; Μήπως το σφαγείο των χαρακωμάτων του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η μικρασιατική καταστροφή και η προσφυγιά, οι δικτατορίες του μεσοπολέμου, η γραμμή παραγωγής που έστησαν οι ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης με πρώτη ύλη τα κουφάρια των αθώων, οι δυο ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία, το εκ των προτέρων καταδικασμένο αντάρτικο, ο ψυχρός πόλεμος και η ισορροπία του πυρηνικού τρόμου, η δικτατορία των ηλιθίων; Η μήπως η άγρια φτώχεια, η καταπίεση και η καθολική κοινωνική υποκρισία, η σκλαβιά των γυναικών και, παλιότερα, η ελέω θεού εξουσία, ο μεσαίωνας και η κληρικοκρατία. Με το προσδόκιμο της ζωής στα τριάντα και τα σαράντα χρόνια. Όπου και να ανατρέξει κανείς με καθαρό μυαλό, βλέπει ουσιαστικά το ίδιο έργο, την ίδια τραγωδία, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Απλούστατα, τότε είχαμε το προνόμιο της άγνοιας, ξέραμε μόνο τη γειτονιά μας και λίγο παραέξω, δεν εισέβαλε η φρίκη κάθε μέρα στο καταφύγιό μας.
Κατά τη γνώμη μου, η αλήθεια είναι ότι το πλάσμα που σηκώθηκε στα πισινά του πόδια κάπου στη Νότια Αφρική πριν ένα με ενάμισι εκατομμύριο χρόνια και ονομάστηκε homo erectus, εξακολουθεί να ζει την προϊστορία του. Ένα ανθρωποειδές στην κορυφή της διατροφικής αλυσίδας, ικανό για το καλύτερο και, ιδίως για το χειρότερο, βυθισμένο στην αμάθεια και την αυταρέσκεια, ένας φονιάς των άλλων πλασμάτων αλλά και των ίδιων των αδελφών του. Που ωστόσο έχει τη δωρεά να ρωτάει, να αγωνίζεται και να ματώνει για να φθάσει κάπου αλλού, να αγγίσει το φως και την ουτοπία. Η Ελλάδα, λοιπόν, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, πάντοτε βούλιαζε μέσα στα σκατά. Την εποχή του Αναγνωστάκη μάλιστα, που ήταν και δικά μου παιδικά χρόνια, τα σκατά ήταν πιο δύσοσμα, μέσα στο περιτύλιγμα των υποσχέσεων και των ψευδαισθήσεων και έπνιξαν την ωραιότερη ίσως γενιά των ρομαντικών και ονειροπόλων, για να διαπιστώσουν οι επιζήσαντες εκ των υστέρων ότι το κιβώτιο ήταν αδειανό. Όπως ισχύει και για τον νόμο, είναι σκληρή η αλήθεια, αλλά παραμένει η αλήθεια. Και ποίηση, με τον δικό μου ορισμό, είναι η δια του λόγου αναζήτηση της αλήθειας.
Για ποια άνθιση (κάποτε) της ποίησης λοιπόν μιλάμε, και για ποιον εξοβελισμό της (τώρα) από την κοινωνία; Ποιος ενδιαφερόταν ποτέ για την ποίηση; Ο Σεφέρης δεν τύπωνε τα βιβλία του σε 300 αντίτυπα; Αποφοίτησα από το Ανατόλια το 1957, ένα σχολείο με φιλελεύθερη παράδοση, καταφύγιο αριστερών καθηγητών, με λαμπρούς φιλολόγους, όπως ο Παραράς, ο Γεωργοπαπαδάκος, ο Παπαχατζής και ο Μιχαλόπουλος, και αποφοίτους εκείνης της δεκαετίας, μεταξύ των άλλων, τον Βασίλη Βασιλικό, τον Περικλή Σφυρίδη, τον Ανέστη Ευαγγέλου, τον Σάκη Παπαδημητρίου. Πόσοι διάβαζαν ποίηση σε μια τάξη 110 εφήβων ; Πέντε ή εφτά; Στα γραφεία της μεγάλης εταιρίας στο κέντρο του δυτικού Λονδίνου, όπου εργάστηκα. (1967-1971), κανένας από τους δεκάδες άγγλους, αμερικανούς και πολλών άλλων εθνικοτήτων συναδέλφους μου (αστούς πτυχιούχους), δεν είχε ποτέ του διαβάσει ποίηση. Και βέβαια την αντιμετώπιζε, όπως λέτε, με την χλεύη (του χωριάτη), με ειρωνική συγκατάβαση (του πνευματικά καθυστερημένου) ή αδιαφορία (του απαίδευτου). Ή με ανοιχτό το στόμα (του δεκτικού αλλά ανίδεου).
Μόνον κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, και ιδίως τη δεκαετία μετά την κατάρρευσή της, υπήρξε μια άνθιση της ποίησης που ονομάστηκε στρατευμένη ή κοινωνική. Αυτό το προσωρινό φαινόμενο, σαν εκρηκτική αντίδραση στην καταπίεση και σαν μια διεκδίκηση του ονείρου, με ολόψυχη δική μου συμμετοχή, έσβησε φυσιολογικά για να κυριαρχήσει πάλι ο βόθρος. Ακόμη και τότε όμως, όταν μπαίναμε στον χώρο μιας λογοτεχνικής εκδήλωσης, γνωρίζαμε τους περισσότερους, από τους εικοσιπέντε ή τριάντα που είχαν προσέλθει, από το πίσω μέρος του κεφαλιού τους.
Είναι παρήγορο έως ζωτικό να εξωραΐζει κανείς το παρελθόν, να νοσταλγεί τα νιάτα του και την αθωότητα, να λέει εμείς ήμασταν διαφορετικοί, άλλος ο κόσμος τα χρόνια εκείνα. Οι στίχοι όμως κινητοποιούσαν τις μάζες και ανέτρεπαν καθεστώτα μόνο στη φαντασία του ποιητή. Σε ποιούς προκάλεσε αναστάτωση η γενιά του '30; Σ' εσένα, εμένα και τον Αρανίτση; Και σε μερικές εκατοντάδες έως χιλιάδες ακόμη; Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού χαμπάρι δεν πήρε ποτέ, αν καν υπήρξε μια γενιά του '30. Πληροφορήθηκε, βεβαίως, για Νόμπελ, βραβεία Λένιν και άλλα τέτοια ανέκδοτα.
Στη σκληρή πραγματικότητα, η ποίηση είναι μια ανταρσία από τους ελάχιστους και για τους ελάχιστους. Καθώς συνιστά μια επώδυνη και συγκλονιστική μετάβαση από τον κόσμο της καθημερινής κτηνωδίας στον μόλις ορατό κόσμο των θαυμάτων. Καθώς, από τη μια μεριά, προϋποθέτει μεγάλη δωρεά, καλλιέργεια και ευαισθησία τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη, κι από την άλλη θίγει την ίδια την υφή της καθημερινότητας. Της καθημερινότητας που ελάχιστα μεταβάλλεται με οποιοδήποτε κοινωνικό καθεστώς.
Πώς να αρέσει στον οποιονδήποτε νοικοκύρη, τον κύριο ή την κυρία τάδε, υπάλληλο, επιστήμονα, εργάτη, να μπαίνει κάποιος στο σπίτι του και να κατουράει στα ασημικά του;Πώς να ανεχθεί ο οποιοσδήποτε υποταγμένος να θίγονται τα ζωτικά του ψεύδη, να εξευτελίζονται τα υλικά του επιτεύγματα, να κλονίζονται τα θεμέλια της ζωής του, να απειλούνται οι συμβάσεις του, τα πρότυπα και οι εντολές του κράτους, της εκκλησίας, του τύπου, της παράδοσης; Εκτός και αν η ποίηση είναι ανώδυνη (οπότε αναιρείται η ίδια της η υπόσταση), όπως τα γνωστά χαζολογήματα που δημοσιεύονται κατά κόρον σε φυλλάδες και παραλογοτεχνικά περιοδικά.
Η ποίηση είναι ανατρεπτική (για τους ελάχιστους δεκτικούς και επαρκείς) και ο ποιητής περιθωριακός από τη φύση του. Ένας χαρισματικός αποσυνάγωγος, ένα επικίνδυνο αδέσποτο σκυλί. Γι' αυτό και ο θανάσιμος εχθρός του, η κάθε είδους εξουσία σε κάθε χώρα και εποχή, επιδιώκει να τον αλιεύσει από τον δρόμο και να τον εγκαταστήσει στην άνεση του καναπέ, να μεταποιήσει το αδέσποτο σε οικόσιτο. Να τον εξαγοράσει με τιμές, οφίκια, βραβεία, να τον γελοιοποιήσει (που είναι το ίδιο ουσιαστικά), ή να τον συκοφαντήσει. Και, στην καλύτερη περίπτωση, τον αγνοεί.
Νομίζω ότι οι ποιητές της νεότατης γενιάς ήδη διαισθάνονται την αλήθεια αυτή, όπως επισημαίνει και η Αγγελική Κωσταβάρα. Έτσι κι αλλιώς όμως, σύντομα θα την συνειδητοποιήσουν. Σύντομα θα κληθούν να απαντήσουν σε αμείλικτα ερωτήματα, να επιβιώσουν ως ποιητές ή να χαθούν. Γιατί κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν τόσοι και τόσοι ποιητές των προηγούμενων γενεών μετά το πρώτο ή το δεύτερο βιβλίο; Παρά το αναμφισβήτητο ταλέντο τους; Οι νέοι ποιητές γράφουν για τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα, για κάποιο πιστοποιητικό από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής τους; Ή μήπως γιατί αυτή είναι η εσωτερική τους εντολή, γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς; Αναγνωρίζουν το πεπρωμένο τους, την επιταγή για τη μυστική τους ολοκλήρωση;Εισπράττουν την ανταμοιβή τους πρώτα από τον ίδιο τους τον εαυτό, και μετά από τα λιγοστά αδέλφια τους; Θα μπορούσαν να ζήσουν αν κάποιος ή κάτι τους εμπόδιζε να γράψουν; Θα συνέχιζαν να χαράζουν τις λέξεις τους στο γρανίτη της σπηλιάς τους, έστω και αν ποτέ κανένας δεν ανακάλυπτε το ερημητήριό τους; Θα συνέχιζαν να γράφουν αν πίστευαν, όπως εγώ, ότι τελικά όλα θα γίνουν χώμα και δεν θα μείνει απολύτως τίποτα;
Είμαι βέβαιος ότι και η νεότατη γενιά με τη σειρά της, σύντομα θα γίνει ορατή (ό,τι και να σημαίνει αυτό), θα εκδώσει τα λογοτεχνικά περιοδικά της, θα κάνει τις κωλοτούμπες και τις αμοιβαίες εξυπηρετήσεις της, θα στείλει τους ευνοούμενούς της στις τοπικές και διεθνείς εμποροπανηγύρεις, θα συμμετάσχει σε δεξιώσεις και πολιτιστικές ολυμπιάδες, θα τιμηθεί (!) με λογοτεχνικά βραβεία. Ελάχιστη σχέση θα έχουν όμως όλα αυτά με την αξία των ποιητών, και απολύτως καμία με το μεθυστικό και ανεξιχνίαστο μυστήριο του ποιητικού φαινομένου.
Από τις διακόσιες συμμετοχές και από τους τριανταπέντε που επιλέξατε, προβλέπω ότι οι περισσότεροι θα χαθούν. Η ποίηση όμως δεν κινδυνεύει, θα συνεχίσουν οι υπόλοιποι. Κι ανάμεσά τους, εκείνοι που τους είναι αδύνατον να παραβούν την εντολή. Εκείνοι που πυρπολούνται, και γνωρίζουν ότι κανείς μα κανείς σ' αυτό τον μάταιο κόσμο δεν μπορεί να τους εμποδίσει να εκπληρώσουν τον προορισμό τους. Να πουν τα δυο τους λόγια, λόγια περηφάνειας και ελευθερίας, να προσεγγίσουν με θαμπωμένα μάτια την ουτοπία, πριν φύγουν κι αυτοί με τη σειρά τους, να περπατήσουν σχεδόν τυφλοί στα σκοτεινά, μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες, σφίγγοντας το ένα χέρι τους με το άλλο σαν νιώθουν μόνοι.
Ευχαριστώ και πάλι
με φιλικούς χαιρετισμούς και αγάπη

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2019

Τα εσώψυχα του Ντ.Χριστιανόπουλου (χωρίς ντροπή !)

Πρόκειται για ένα ογκώδες βιβλίο 900 και πλέον σελίδων με συγγραφέα την καθηγήτρια και πεζογράφο Σωτηρία Σταυρακοπούλου, η οποία επί μία δεκαετία περίπου, από το 2004 ως το 2012-2013 συνομιλούσε με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και κατέγραφε «τα εσώψυχα του» !!

Στα 53 χρόνια της λογοτεχνικής μου θητείας ως τώρα, δεν έχω διαβάσει τόσο ανυπόκριτο και συνάμα γελοίο έως εμετικό αυτοθαυμασμό ενός λογοτέχνη ή οποιουδήποτε άλλου. Το βιβλίο είναι ένας ατέλειωτος ύμνος στη μεγαλοσύνη του Ντίνου Χριστιανόπουλου και στην υποτιθέμενη απήχηση που έχει σε ένα ευρύτατο κοινό το έργο του και, ταυτόχρονα, μία αποδοχή και εξύμνηση της ίδιας της κυρίας Σταυρακοπούλου και του Περικλή Σφυρίδη ενώ, όσοι δεν ήταν στον κύκλο της Διαγωνίου και όσοι δεν μιμούνταν τη γραφή του μέγιστου των ποιητών, ισάξιου εννοείται του Καβάφη, ρίπτονται στο πυρ το εξώτερον με σαφέστατη υποτίμηση έως ένα χυδαίο υβρεολόγιο !! Είναι ατέλειωτος ο αριθμός των θυμάτων του καταθέτοντος τα εσώψυχα του. Ζώντες και αποβιώσαντες, ποιητές και πεζογράφοι τιμημένοι με κρατικά και άλλα βραβεία, άνθρωποι που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στη λογοτεχνία και είναι γνωστοί και καταξιωμένοι, χλευάζονται ή και περιλούζονται με ένα απίθανο σε ευρηματικότητα υβρεολόγιο !! Από τον Τάκη Βαρβιτσιώτη και τον Κλείτο Κύρου, ως τον Γιάννη Ατζακά, τον Θωμά Κοροβίνη, τη Μαρία Κουγιουμτζή, τη Χλόη Κουτσουμπέλη, τον Τάσο Φάλκο-Αρβανιτάκη και τον Τόλη Νικηφόρου, έως την Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, την Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου,  τον Γιάννη Τζανή και πολλούς άλλους, μεταξύ των οποίων και τον συνθέτη Μανόλη Ρασούλη. Στις ύβρεις προστίθεται κατά διαστήματα και ψευδολογία όσον αφορά τον Ρασούλη, την Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και άλλους. Και όλα αυτά ενώ ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είναι σε άθλια κατάσταση και δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον του. Καμία επιμέλεια του κειμένου, καμία περικοπή δεν είναι εμφανής, μια ατέλειωτη περιαυτολογία και ένα ασυγκράτητο επίτομο υβρεολόγιο χιλίων σχεδόν σελίδων !!!Ας σημειωθεί ότι η κυρία Σταυρακοπούλου συζεί με τον Περικλή Σφυρίδη, για την πεζογραφία του οποίου έχει γράψει βιβλία, φιλοφρόνηση που της έχει ανταποδώσει ο Σφυρίδης με βιβλίο για εκείνη και παρουσίαση στον Ιανό του ύμνου αυτού προς τον Χριστιανόπουλο.

Είναι ντροπή για τη λογοτεχνική οικογένεια της χώρας μας να εκδίδονται και να κυκλοφορούν παρόμοια βιβλία και μάλιστα από τον Ιανό, από τον οποίο ευλόγως θα περίμενε κανείς κάτι στοιχειωδώς αντικειμενικό και βεβαίως πολύ καλύτερο ! Είναι ντροπή για όλους εμάς, ποιητές και πεζογράφους που καταθέτουμε στα βιβλία μας την ψυχή μας !! Και να η απάντηση μου στο βιβλίο αυτό και στους συγγραφείς του, φανερούς και κρυφούς κατά την εκδήλωση της Λέσχης Ανάγνωσης της Ποίησης στην Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης την Παρασκευή, 4/10/19 και στη συνέχεια στο facebook.


«Απ' αφορμή την κυκλοφορία ενός ογκώδους βιβλίου, που ο συγγραφέας Θωμάς Κοροβίνης χαρακτήρισε ως δυσώδες, θέλω να επαναλάβω εδώ τη δήλωση που έκανα την περασμένη ¨Παρασκευή στη Λέσχη Ανάγνωσης της Ποίησης της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.
Εμείς, οι ποιητές και πεζογράφοι, οι άνθρωποι της λογοτεχνίας γενικότερα, ανεξάρτητα από το βαθμό καταξίωσης μας κατά την κρίση οποιουδήποτε, είμαστε αδέρφια ! Αδέρφια ταγμένα να αγωνιζόμαστε έναν κοινό ισόβιο αγώνα για την έκφραση, να καταθέτουμε στα βιβλία μας την ψυχή μας ! Το στοιχειώδες που οφείλουμε ο ένας στον άλλο δεν είναι η ύβρις, ο εξευτελισμός και η υποτίμηση για να προβάλουμε τον εαυτούλη μας αλλά η συμπαράσταση, η αλληλεγγύη, η αναγνώριση, ένα χέρι αδερφικό στην πορεία μας προς την άβυσσο !!»


Αηδία και κατακραυγή (2.12.2019)

Υπήρξε ένας καταιγισμός αντιδράσεων στα εμέσματα του Χριστιανόπουλου, όπως τα μετέφερε στο ογκώδες βιβλίο της η Σωτηρία Σταυρακοπούλου. Εκτός από την αποστροφή που εξέφρασαν προσωπικά λογοτέχνες όπως ο Θωμάς Κοροβίνης και πολλοί άλλοι αλλά και διανοούμενοι και απλοί  αναγνώστες της λογοτεχνίας, υπήρξε μια εξαιρετικά σκληρή και τεκμηριωμένη κριτική του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στο ηλεκτρονικό περιοδικό Αναγνώστης στις 21.11.2019 και μια οξύτατη ανοιχτή επιστολή διαμαρτυρίας 36 πανεπιστημιακών και άλλων διανοουμένων (19.11.2019). Εκείνος όμως που υπήρξε κυριολεκτικά καταπέλτης ήταν ο συγγραφέας και κριτικός Κωνσταντίνος Μπούρας στην Αυγή της 13ης; Οκτωβρίου, 2019. Παραθέτω ένα μικρό μόνο απόσπασμα από το εκτενές, απόλυτα αληθινό και εύστοχο άρθρο του με τίτλο «Ντίνος Χριστιανόπουλος - ή άδοξη πτώση μιας περσόνας».

« Κριτικός δεν ήταν. Για κάτι τέτοιο απαιτείται κάτι παραπάνω από εμβρίθεια. Προϋποθέτει γενναιοδωρία και ανιδιοτέλεια. Στοιχεία που έλειπαν παντελώς από τον τραγικό βαλκάνιο Όσκαρ Ουάίλντ, που θα ήθελε να είναι ο βορειοελλαδίτης Καβάφης ή απλώς έστω ένας από τους επώνυμους ποιητές της Παλατινής Ανθολογίας. Με μακιαβελικό τρόπο έχτισε το είδωλό του, χρησιμοποιώντας σαν υλικά απορρίμματα και περιττώματα, φτηνές ύβρεις και τζάμπα κακίες. Είναι κι αυτός ένας συνειδητός ηθελημένος τρόπος να τραβάς την προσοχή των άλλων όταν βεβαίως είσαι άφιλος, άστοργος, ανάπηρος, ανίκανος να αγαπήσεις».
 

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2019

Μα, τι κάνει ολημέρα, τέλος πάντων !!








Η Χριστίνα μπορεί να είναι μαθηματικός με τετράγωνο μυαλό, διαθέτει όμως και σκωπτικό πνεύμα. Μπήκε αθόρυβα από την εξώπορτα της Περιφερειακής Βιβλιοθήκης Χαριλάου, χαιρέτισε τη βιβλιοθηκονόμο που καθόταν στο γραφείο της, έστριψε αριστερά, προχώρησε στο βάθος, όπου ήταν τα δύο τραπέζια  με τριγύρω τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης και επικεφαλής     τη συντονίστρια, και στάθηκε πλάι μου.
        -Μα τι κάνει ολημέρα, τέλος πάντων; Τι κάνει; με ρώτησε με μια χειρονομία απόγνωσης.
        Έριξα μια ματιά στην Αγγελική, που δεν φάνηκε να αντιδρά βυθισμένη στο βιβλίο της, και εκδήλωσα και τη δική μου απελπισία.
           - Δικαιολογείται άτοπα, όπως λέγαμε στον στρατό. Έχει, λέει, σύζυγο και τρία μεγάλα παιδιά και κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, εργάζεται εθελοντικά στη βιβλιοθήκη και, επιπλέον, διαβάζει ένα σωρό βιβλία για να επιλέξει εκείνα που θα συζητήσουμε στις δύο Λέσχες Ανάγνωσης που συντονίζει, συν τη μία παιδική. Ακόμη, είναι ερασιτέχνης ηθοποιός, κάνει πρόβες και πρωταγωνιστεί σε διάφορα θεατρικά έργα που ανεβάζει ο θίασος της. Α, είναι και πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων στο σχολείου του γιου της και τακτικό μέλος στη Λέσχη Ανάγνωσης της Ποίησης, ίσως και σε άλλες.
        -Και δεν βαριέται να κάθεται; ρώτησε ασυγκίνητη η Χριστίνα.
        -  Άντε ντε! Μα, τι κάνει ολημέρα τέλος πάντων, τι κάνει; επαναλάβαμε με μια φωνή τώρα και οι δύο.
          Η Αγγελική σήκωσε λιγάκι το κεφαλάκι της και άφησε   να διαγραφεί ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη της. Προφανώς άλλες δικαιολογίες για την απραξία της δεν είχε, οπότε συνέχισε με το μυθιστόρημα της Λέσχης Ανάγνωσης. Όπως και εμείς οι δύο και όλοι οι άλλοι φυσικά.
          Η Αγγελική, ψηλή, λεπτή και χαριτωμένη σγουρομάλλα Πειραιώτισσα, που είχε ερωτευτεί και παντρευτεί τον Λεωνίδα πολύ νέα, είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη και τώρα, σχεδόν κοριτσάκι στην εμφάνιση ακόμη, είχε τη δύναμη και   την όρεξη να τα κάνει όλα αυτά, που σχεδόν για οποιαδήποτε άλλη ένα σπίτι και τρία παιδιά θα ήταν ήδη μεγάλο βάθος να σηκώσει. Ήταν να μην την πειράζουμε λοιπόν !
                   
Τις τελευταίες δεκαετίες οι Βιβλιοθήκες του Δήμου Θεσσαλονίκης και των περιφερειακών δήμων του πολεοδομικού συγκροτήματος, ίσως και οι άλλες ανά την Ελλάδα, προσέλαβαν τις διαστάσεις πνευματικού κέντρου. Εκτός από την παραδοσιακή δανειστική λειτουργία τους και τους υπολογιστές στη διάθεση των επισκεπτών, φιλοξενούν λέσχες ανάγνωσης,     έχουν παιδικό τμήμα κατάλληλα διαμορφωμένο και διακοσμημένο, και διοργανώνουν πολλές ομιλίες, διαλέξεις, εργαστήρια και άλλες εκδηλώσεις, όχι μόνο λογοτεχνικές.
         
           Ψυχή των βιβλιοθηκών είναι οι βιβλιοθηκονόμοι τους.Νέες γυναίκες κατά κανόνα, διαβασμένες, καλλιεργημένες και δυναμικές, με μεγάλη διάθεση προσφοράς, είναι απόλυτα διατεθειμένες να εργαστούν και πέρα από το κανονικό ωράριο χωρίς πρόσθετη αμοιβή για την κάλυψη των αναγκών με τη βοήθεια και εθελοντών όπως η Αγγελική. Παράδειγμα και υπόδειγμα η Λένα στη Βιβλιοθήκη της Άνω Τούμπας, που διάβαζε κάθε εισερχόμενο βιβλίο για να είναι ενημερωμένη  και συντόνιζε τη Λέσχη Ανάγνωσης στο πατάρι την Κυριακή   το βράδυ. Έως ότου μας την πάρουν στα κεντρικά γραφεία του δήμου.
        Άλλα παραδείγματα η Ευγενία στη Βιβλιοθήκη της Κάτω Τούμπας και η Χριστίνα στη Βιβλιοθήκη Χαριλάου, με την εθελοντική προσφορά του συζύγου της, που μάλιστα βραβεύτηκε ως η καλύτερη βιβλιοθηκονόμος, καθώς και η Δώρα που μετατέθηκε στη βιβλιοθήκη του Κέντρου Ιστορίας του Δήμου. Αυτές είναι που γνώρισα και δεν με απογοήτευσαν ποτέ. Σίγουρα υπάρχουν και πολλές άλλες.

Από τη στενή παρέα στη Βιβλιοθήκη Χαριλάου, μας λείπει βέβαια η Σοφία που αναγκάστηκε να εργαστεί, ποιος ξέρει με ποιες συνθήκες, για να τα βγάλουν πέρα στο σπίτι με την κρίση.Η Αγγελική όμως συνεχίζει απτόητη να κάνει τα χίλια δυο της κι εμείς συνεχίζουμε να την πειράζουμε. Συνεχίζει να επιλέγει τούβλα των 500-700 σελίδων για τη Λέσχη Αστυνομικής Λογοτεχνίας και σαφώς καλύτερα βιβλία για τη Λέσχη Ανάγνωσης Λογοτεχνίας. Σκέφτομαι συχνά να πάω να τη δω στο θέατρο αλλά δεν τα έχω καταφέρει ακόμη. Σκέφτομαι ακόμη ότι μπορεί να μην είναι τέλεια, όπως όλοι μας εξ άλλου, αλλά σίγουρα είναι μια ζωντανή ελπίδα για το μέλλον. Ο τύπος του ανθρώπου που θα οικοδομήσει κάποτε μια καλύτερη κοινωνία.






Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω - η ιστορία ενός ποιήματος




          Από μικρό με βασάνιζε η ιδέα του θανάτου. Ίσως γιατί η απουσία  της μητέρας μου ήταν ήδη ένας θάνατος για μένα, ίσως γιατί, χωρίς να το  έχω συνειδητοποιήσει, μεμφόμουν τον εαυτό μου για τον χωρισμό των γονέων μου, ίσως γιατί είχα δει τον θάνατο από νωρίς τριγύρω μου, ίσως ακόμη και γιατί έτυχε να ανήκω στο ερωτικό, δημιουργικό και αυτοκαταστροφικό ζώδιο του Σκορπιού με κυβερνήτη πλανήτη τον Πλούτωνα, βασιλιά του Άδη. Στεκόμουν λοιπόν πίσω απ’ το τζάμι της μπαλκονόπορτας που έβλεπε στην απέραντη Πλατεία Δικαστηρίων και αναρωτιόμουν, τι  θα γινόταν αν πέθαινα. Μπροστά στο δέος της ανυπαρξίας, σταματούσε το   μυαλό μου και σύντομα ξέφευγε σε κάτι άλλο. 
         Ο φοβερός αυτός φόβος, άλλοτε βαθιά κρυμμένος κι άλλοτε ολοφάνερος, άλλοτε ανεκτός και άλλοτε αφόρητος, συνεχίστηκε σε ολόκληρη τη ζωή μου. Εκείνο που τον αντιστάθμιζε και τελικά τον υπερνικούσε ήταν η λαχτάρα, το πάθος μου για ζωή και δημιουργία. Και, φυσικά, ο έρωτας. Βασανίστηκα όμως, βασανίστηκα πολύ.
         Βασανίστηκα ιδίως όταν οι συνθήκες της ζωής ήταν απαράδεκτες με τα δικά μου μέτρα. Όταν συστηματικά με εξευτέλιζε ο διαχειριστής του σχολείου για τα δίδακτρα που δεν πλήρωνε ο πατέρας μου που είχε πτωχεύσει, όταν  αντιμετώπισα ένα καθεστώς χαφιεδισμού στην τράπεζα όπου αρχικά εργάστηκα, όταν βρέθηκα ξένος ανάμεσα σε ξένους στο Λονδίνο και αργότερα σε μια μικρή πόλη της Αγγλίας. Εκεί μάλιστα διαγνώστηκε το άγχος και η κατάθλιψή μου και λίγο αργότερα εκδηλώθηκε η πρώτη κρίση πανικού που με εξουθένωσε. 
          Με τον γυρισμό μας στη Θεσσαλονίκη, τα πράγματα βελτιώθηκαν,  ο  θάνατος όμως βρισκόταν πάντα μέσα μου. Κατάλαβα τότε ότι δεν επρόκειτο ποτέ να ησυχάσω, ότι δεν ήμουν προορισμένος για μια ήρεμη ζωή.  Κατάλαβα ότι ο αγώνας μου να επιβιώσω και να ζήσω δημιουργικά θα ήταν ισόβιος κι ότι η θλίψη ήταν πλέον μια αυτοκτονική πολυτέλεια     για μένα. Έπρεπε να υιοθετήσω μια πιο αισιόδοξη, μια αγωνιστική στάση.
        Υπήρξαν μερικοί που παρεξήγησαν τη στάση μου, που δεν κατάλαβαν ότι για μένα αυτός ήταν αναπόφευκτα ο μοναδικός δρόμος που δεν οδηγούσε στην άβυσσο. Μεταξύ αυτών και ένας γνωστός κριτικός της λογοτεχνίας και μάλιστα στην ανθολογία για  τη γενιά μας, για να του υποδείξει αργότερα  την ανεπάρκειά του σε σοβαρή εφημερίδα ένας άλλος γνωστός κριτικός. 
        Έγραψα λοιπόν με τα χρόνια διηγήματα και πολλά ποιήματα πάνω στο θέμα του θανάτου και ίσως εκείνο που με εκφράζει καλύτερα ναι είναι το «και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω».

όταν το κάτι αυτό
το οτιδήποτε
για μένα θα τελειώσει
και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω 
θα είμαι εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει
το ύψιλον στα μυστικά, στη νύχτα, στην ψυχή
η απαλή καμπύλη στο αύριο
το χι στο χάδι ή΄στο χώμα της πατρίδας σας

όταν το κάτι αυτό 
το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει
στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει
θα σας αγγίζει απαλά 
θα σας ζητάει χαμογελώντας
το αδύνατο