Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Τρίτη, 6 Αυγούστου 2019

Μα, τι κάνει ολημέρα, τέλος πάντων !!








Η Χριστίνα μπορεί να είναι μαθηματικός με τετράγωνο μυαλό, διαθέτει όμως και σκωπτικό πνεύμα. Μπήκε αθόρυβα από την εξώπορτα της Περιφερειακής Βιβλιοθήκης Χαριλάου, χαιρέτισε τη βιβλιοθηκονόμο που καθόταν στο γραφείο της, έστριψε αριστερά, προχώρησε στο βάθος, όπου ήταν τα δύο τραπέζια  με τριγύρω τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης και επικεφαλής     τη συντονίστρια, και στάθηκε πλάι μου.
        -Μα τι κάνει ολημέρα, τέλος πάντων; Τι κάνει; με ρώτησε με μια χειρονομία απόγνωσης.
        Έριξα μια ματιά στην Αγγελική, που δεν φάνηκε να αντιδρά βυθισμένη στο βιβλίο της, και εκδήλωσα και τη δική μου απελπισία.
           - Δικαιολογείται άτοπα, όπως λέγαμε στον στρατό. Έχει, λέει, σύζυγο και τρία μεγάλα παιδιά και κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, εργάζεται εθελοντικά στη βιβλιοθήκη και, επιπλέον, διαβάζει ένα σωρό βιβλία για να επιλέξει εκείνα που θα συζητήσουμε στις δύο Λέσχες Ανάγνωσης που συντονίζει, συν τη μία παιδική. Ακόμη, είναι ερασιτέχνης ηθοποιός, κάνει πρόβες και πρωταγωνιστεί σε διάφορα θεατρικά έργα που ανεβάζει ο θίασος της. Α, είναι και πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων στο σχολείου του γιου της και τακτικό μέλος στη Λέσχη Ανάγνωσης της Ποίησης, ίσως και σε άλλες.
        -Και δεν βαριέται να κάθεται; ρώτησε ασυγκίνητη η Χριστίνα.
        -  Άντε ντε! Μα, τι κάνει ολημέρα τέλος πάντων, τι κάνει; επαναλάβαμε με μια φωνή τώρα και οι δύο.
          Η Αγγελική σήκωσε λιγάκι το κεφαλάκι της και άφησε   να διαγραφεί ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη της. Προφανώς άλλες δικαιολογίες για την απραξία της δεν είχε, οπότε συνέχισε με το μυθιστόρημα της Λέσχης Ανάγνωσης. Όπως και εμείς οι δύο και όλοι οι άλλοι φυσικά.
          Η Αγγελική, ψηλή, λεπτή και χαριτωμένη σγουρομάλλα Πειραιώτισσα, που είχε ερωτευτεί και παντρευτεί τον Λεωνίδα πολύ νέα, είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη και τώρα, σχεδόν κοριτσάκι στην εμφάνιση ακόμη, είχε τη δύναμη και   την όρεξη να τα κάνει όλα αυτά, που σχεδόν για οποιαδήποτε άλλη ένα σπίτι και τρία παιδιά θα ήταν ήδη μεγάλο βάθος να σηκώσει. Ήταν να μην την πειράζουμε λοιπόν !
                   
Τις τελευταίες δεκαετίες οι Βιβλιοθήκες του Δήμου Θεσσαλονίκης και των περιφερειακών δήμων του πολεοδομικού συγκροτήματος, ίσως και οι άλλες ανά την Ελλάδα, προσέλαβαν τις διαστάσεις πνευματικού κέντρου. Εκτός από την παραδοσιακή δανειστική λειτουργία τους και τους υπολογιστές στη διάθεση των επισκεπτών, φιλοξενούν λέσχες ανάγνωσης,     έχουν παιδικό τμήμα κατάλληλα διαμορφωμένο και διακοσμημένο, και διοργανώνουν πολλές ομιλίες, διαλέξεις, εργαστήρια και άλλες εκδηλώσεις, όχι μόνο λογοτεχνικές.
         
           Ψυχή των βιβλιοθηκών είναι οι βιβλιοθηκονόμοι τους.Νέες γυναίκες κατά κανόνα, διαβασμένες, καλλιεργημένες και δυναμικές, με μεγάλη διάθεση προσφοράς, είναι απόλυτα διατεθειμένες να εργαστούν και πέρα από το κανονικό ωράριο χωρίς πρόσθετη αμοιβή για την κάλυψη των αναγκών με τη βοήθεια και εθελοντών όπως η Αγγελική. Παράδειγμα και υπόδειγμα η Λένα στη Βιβλιοθήκη της Άνω Τούμπας, που διάβαζε κάθε εισερχόμενο βιβλίο για να είναι ενημερωμένη  και συντόνιζε τη Λέσχη Ανάγνωσης στο πατάρι την Κυριακή   το βράδυ. Έως ότου μας την πάρουν στα κεντρικά γραφεία του δήμου.
        Άλλα παραδείγματα η Ευγενία στη Βιβλιοθήκη της Κάτω Τούμπας και η Χριστίνα στη Βιβλιοθήκη Χαριλάου, με την εθελοντική προσφορά του συζύγου της, που μάλιστα βραβεύτηκε ως η καλύτερη βιβλιοθηκονόμος, καθώς και η Δώρα που μετατέθηκε στη βιβλιοθήκη του Κέντρου Ιστορίας του Δήμου. Αυτές είναι που γνώρισα και δεν με απογοήτευσαν ποτέ. Σίγουρα υπάρχουν και πολλές άλλες.

Από τη στενή παρέα στη Βιβλιοθήκη Χαριλάου, μας λείπει βέβαια η Σοφία που αναγκάστηκε να εργαστεί, ποιος ξέρει με ποιες συνθήκες, για να τα βγάλουν πέρα στο σπίτι με την κρίση.Η Αγγελική όμως συνεχίζει απτόητη να κάνει τα χίλια δυο της κι εμείς συνεχίζουμε να την πειράζουμε. Συνεχίζει να επιλέγει τούβλα των 500-700 σελίδων για τη Λέσχη Αστυνομικής Λογοτεχνίας και σαφώς καλύτερα βιβλία για τη Λέσχη Ανάγνωσης Λογοτεχνίας. Σκέφτομαι συχνά να πάω να τη δω στο θέατρο αλλά δεν τα έχω καταφέρει ακόμη. Σκέφτομαι ακόμη ότι μπορεί να μην είναι τέλεια, όπως όλοι μας εξ άλλου, αλλά σίγουρα είναι μια ζωντανή ελπίδα για το μέλλον. Ο τύπος του ανθρώπου που θα οικοδομήσει κάποτε μια καλύτερη κοινωνία.






Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω - η ιστορία ενός ποιήματος




          Από μικρό με βασάνιζε η ιδέα του θανάτου. Ίσως γιατί η απουσία  της μητέρας μου ήταν ήδη ένας θάνατος για μένα, ίσως γιατί, χωρίς να το  έχω συνειδητοποιήσει, μεμφόμουν τον εαυτό μου για τον χωρισμό των γονέων μου, ίσως γιατί είχα δει τον θάνατο από νωρίς τριγύρω μου, ίσως ακόμη και γιατί έτυχε να ανήκω στο ερωτικό, δημιουργικό και αυτοκαταστροφικό ζώδιο του Σκορπιού με κυβερνήτη πλανήτη τον Πλούτωνα, βασιλιά του Άδη. Στεκόμουν λοιπόν πίσω απ’ το τζάμι της μπαλκονόπορτας που έβλεπε στην απέραντη Πλατεία Δικαστηρίων και αναρωτιόμουν, τι  θα γινόταν αν πέθαινα. Μπροστά στο δέος της ανυπαρξίας, σταματούσε το   μυαλό μου και σύντομα ξέφευγε σε κάτι άλλο. 
         Ο φοβερός αυτός φόβος, άλλοτε βαθιά κρυμμένος κι άλλοτε ολοφάνερος, άλλοτε ανεκτός και άλλοτε αφόρητος, συνεχίστηκε σε ολόκληρη τη ζωή μου. Εκείνο που τον αντιστάθμιζε και τελικά τον υπερνικούσε ήταν η λαχτάρα, το πάθος μου για ζωή και δημιουργία. Και, φυσικά, ο έρωτας. Βασανίστηκα όμως, βασανίστηκα πολύ.
         Βασανίστηκα ιδίως όταν οι συνθήκες της ζωής ήταν απαράδεκτες με τα δικά μου μέτρα. Όταν συστηματικά με εξευτέλιζε ο διαχειριστής του σχολείου για τα δίδακτρα που δεν πλήρωνε ο πατέρας μου που είχε πτωχεύσει, όταν  αντιμετώπισα ένα καθεστώς χαφιεδισμού στην τράπεζα όπου αρχικά εργάστηκα, όταν βρέθηκα ξένος ανάμεσα σε ξένους στο Λονδίνο και αργότερα σε μια μικρή πόλη της Αγγλίας. Εκεί μάλιστα διαγνώστηκε το άγχος και η κατάθλιψή μου και λίγο αργότερα εκδηλώθηκε η πρώτη κρίση πανικού που με εξουθένωσε. 
          Με τον γυρισμό μας στη Θεσσαλονίκη, τα πράγματα βελτιώθηκαν,  ο  θάνατος όμως βρισκόταν πάντα μέσα μου. Κατάλαβα τότε ότι δεν επρόκειτο ποτέ να ησυχάσω, ότι δεν ήμουν προορισμένος για μια ήρεμη ζωή.  Κατάλαβα ότι ο αγώνας μου να επιβιώσω και να ζήσω δημιουργικά θα ήταν ισόβιος κι ότι η θλίψη ήταν πλέον μια αυτοκτονική πολυτέλεια     για μένα. Έπρεπε να υιοθετήσω μια πιο αισιόδοξη, μια αγωνιστική στάση.
        Υπήρξαν μερικοί που παρεξήγησαν τη στάση μου, που δεν κατάλαβαν ότι για μένα αυτός ήταν αναπόφευκτα ο μοναδικός δρόμος που δεν οδηγούσε στην άβυσσο. Μεταξύ αυτών και ένας γνωστός κριτικός της λογοτεχνίας και μάλιστα στην ανθολογία για  τη γενιά μας, για να του υποδείξει αργότερα  την ανεπάρκειά του σε σοβαρή εφημερίδα ένας άλλος γνωστός κριτικός. 
        Έγραψα λοιπόν με τα χρόνια διηγήματα και πολλά ποιήματα πάνω στο θέμα του θανάτου και ίσως εκείνο που με εκφράζει καλύτερα ναι είναι το «και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω».

όταν το κάτι αυτό
το οτιδήποτε
για μένα θα τελειώσει
και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω 
θα είμαι εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει
το ύψιλον στα μυστικά, στη νύχτα, στην ψυχή
η απαλή καμπύλη στο αύριο
το χι στο χάδι ή΄στο χώμα της πατρίδας σας

όταν το κάτι αυτό 
το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει
στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει
θα σας αγγίζει απαλά 
θα σας ζητάει χαμογελώντας
το αδύνατο 
                             

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί - η ιστορία ενός ποιήματος



Τις περισσότερες φορές συμβαίνει  χωρίς να το καταλάβω. Απλώς συμβαίνει.  Σαν μια βαθύτερη ανάγκη,  μια παρόρμηση, κάτι εντελώς φυσιολογικό. Χρειάστηκαν μερικές δεκαετίες για να το συνειδητοποιήσω και τότε αφού το είχαν παρατηρήσει και μου το είχαν αναφέρει κάποιοι άλλοι. Σε μελέτες, σε κριτικές, σε επιστολές και σχόλια.
          Υποθέτω ότι ο κάθε ποιητής, και όχι μόνο, έχει τις εμμονές του.   Οι εμμονές αυτές εκφράζονται με λέξεις. Λέξεις όπως κόκκινο και  βαθύ γαλάζιο, επανάσταση, ουτοπία, αγάπη, έρωτας, αθωότητα, μνήμη, απώλεια, θάνατος,  μοναξιά, λέξεις όπως ψυχή και όπως φως. Η δική μου συντριπτικά κυρίαρχη εμμονή είναι η λέξη φως και όλα όσα εκφράζει, όλα όσα σημαίνει.

υπάρχει μέσα μου ένα φως.
καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί
ή ξέφτι απ' το γαλάζιο στο περβάζι σου.
υπάρχει μέσα μου ένα φως
που όλα τα ξέρει
κι όλα τα αισθάνεται,
μοναχικό που ταξιδεύει
απ' την αρχή του χρόνου
που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα
και δεν παραδίδεται
                                     

         Από καιρό ήθελα να μετρήσω πόσες φορές εμφανίζεται η λέξη φως  στις ποιητικές συλλογές  μου και επιτέλους το έκανα τον Ιανουάριο του 2013. Η λέξη φως λοιπόν εμφανίζεται 168 φορές στις 15 ως τότε συλλογές μου, δηλαδή, 11 φορές περίπου σε κάθε συλλογή.  Από τότε εκδόθηκαν δύο ακόμα πρωτότυπες συλλογές μου  με τη λέξη φως να εμφανίζεται  άλλες 37 φορές συνολικά . Φαίνεται  ότι, όσο περνάνε  τα χρόνια,  τόσο πιο έντονη γίνεται η ανάγκη μου για το φως. Στην καταμέτρηση αυτή, μάλιστα, δεν περιλαμβάνονται  τα παράγωγα του φωτός, όπως φωτεινός, πάμφωτος, κατάφωτος, ούτε οι λέξεις που υποδηλώνουν την παρουσία  φωτός, όπως ήλιος, χάραμα, ανατολή. Έφτασα στο σημείο να αποπειραθώ να γράψω ένα ποίημα με τη λέξη φως και μόνο.
          Συνειδητά ή υποσυνείδητα λοιπόν, η λέξη αναδύεται από τη ψυχή μου και παίρνει τη θέση της στο ποίημα. Συχνά βρίσκεται στον τελευταίο στίχο ή και στον τίτλο, κυριαρχεί και καθορίζει το νόημα του ποιήματος. Εναρμονισμένη θα έλεγα με αυτά που πιστεύω για τη θέση και τον προορισμό μου στη λογοτεχνία και στη ζωή.
«Γράφω για να απλώσω ένα χέρι, να ανάψω ένα φως. Γράφω γιατί αυτό είναι το χρέος μου κι ακόμα γράφω για να γεμίσω ένα τεράστιο χάσμα μέσα μου. Ένα κενό, μια απουσία που δεν γεμίζει όσα ποιήματα, όσα βιβλία κι αν γράψω, όση αγάπη κι αν δώσω, όση αγάπη κι αν μου δοθεί. Κι ακόμα γράφω γιατί είμαι ερωτευμένος με τη ζωή και μόνον έτσι μπορώ να νικήσω προσωρινά τον θάνατο»
        Σε προσπάθειά μου αυτογνωσίας, να καταλάβω  δηλαδή πώς και γιατί μου συμβαίνουν όλα αυτά, έγραψα και το παρακάτω ποίημα.

γιατί το φως

υμνώ το φως/ για να εξορκίσω το σκοτάδι/ γιατί πίσω απ' το κόκκινο/ και το βαθύ γαλάζιο/ κυλάει ένα ποτάμι θλίψης            
υμνώ το φως/σαν χάδι στο παιδί// που ακόμα ελπίζει μέσα μου/ σαν κάποια λύτρωση/ απ' τα πολλά μου τραύματα                                                                                                 


υμνώ το φως/ γιατί είμαι πλάσμα του βυθού/ που απώλεσε τον ουρανό/ και τον αναζητά/ και τον επικαλείται απελπισμένα                                                                                                                

υμνώ το φως/ γιατί το φως πηγάζει μέσα μου/ γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα