Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Μαθήματα δημιουργικής γραφής - η ιστορία ενός ποιήματος




Όταν βράδια ατέλειωτα στα εφηβικά σου χρόνια, με μια γυμνή λάμπα να κρέμεται απ’ το ταβάνι, είχες βυθιστεί στα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας, όταν στη φαντασία σου ο συγγραφέας, ο ποιητής, ο τεχνίτης του λόγου είχε προσλάβει  τις μυθικές διαστάσεις του αντάρτη που δραπέτευσε από τη μούχλα της μικρής του πόλης για να ταξιδεύσει και να γνωρίσει τον κόσμο, κάνοντας χίλιες δυο δουλειές, για  να δει  και να μάθει,  να ερωτευτεί  και να γράψει για την περιπέτεια της ζωής του, για  τα πάθη και τα λάθη του, όταν και η δική σου ζωή υπήρξε μια απίστευτη περιπέτεια που συνεχίζεται, όταν σε καίνε μέσα σου τα τραύματα, οι διαψεύσεις, όλα όσα  θέλεις να εκφράσεις, να γράψεις,   να κραυγάσεις, ε, τότε είναι λίγο δύσκολο να δεχτείς ότι μπορεί κανείς      να καθίσει σ’ ένα θρανίο  για να του διδάξουν δημιουργική γραφή. Γελάς κιόλας.            
           Άλλα ήταν τα δικά σου πανεπιστήμια και άλλοι δάσκαλοι σου απένειμαν τα δικά σου πτυχία. Και όμως, κατά βάθος αναγνωρίζεις ότι έχουν γραφεί αριστουργήματα από επιφανειακά ήρεμους και απόλυτα υποταγμένους ανθρωπάκους με γραβάτα που έφαγαν τη ζωή τους ξύνοντας μολύβια και γεμίζοντας κατάστιχα σε γκρίζα και σκοτεινά γραφεία. Ή από έγκλειστες στο πατρικό και το οικογενειακό τους κάτεργο που δεν είχαν ξεμυτίσει από τις συμβάσεις του συγκεκριμένου χώρου και του χρόνου.                                               
               Αναγνωρίζεις ότι κάτι έχουν να πουν στους νέους και τους όχι και τόσο νέους, μερικοί από εκείνους που διδάσκουν δημιουργική γραφή, ποιήτριες όπως η Χλόη και η Ευτυχία, πεζογράφοι όπως ο Γιώργος Ρωμανός. Όχι βέβαια να τους μάθουν πώς να γράφουν αλλά  να τους δείξουν δρόμους και τρόπους, να διευρύνουν τους συγγραφικούς τους ορίζοντες, να τους προφυλάξουν από λάθη και κακοτοπιές.  Ακόμη και προβάλλοντας το προσωπικό τους παράδειγμα. Να τους διδάξουν το ασήμαντο έστω, μια και το σημαντικό δεν διδάσκεται. 
         
             Εσύ όμως είσαι εσύ. Ο ατίθασος και ο απροσάρμοστος από τα σχολικά σου χρόνια.  Εσύ ξέρεις τη δική σου αλήθεια και αυτή την αλήθεια μιλάς και γράφεις μια ζωή τώρα. Κάθισες λοιπόν και έγραψες το ποίημα «μαθήματα δημιουργικής γραφής» για την αλήθεια της λογοτεχνίας και κάθε μορφής τέχνης. Για τις κινητήριες δυνάμεις της απώλειας στα παιδικά μας χρόνια, της αθωότητας και της ομορφιάς, του έρωτα. Και για το θάρρος να κοιτάζεις το θηρίο στα μάτια και το πείσμα, την αποφασιστικότητα  να συνεχίσεις στο μονοπάτι αυτό  ως το τέλος της  ζωής σου. Με μοναδική ανταμοιβή την αίσθηση ότι υπήρξες συνεπής, ότι έγινες αυτό που ήσουν ταγμένος να γίνεις.


το πρώτο μάθημα
ονομάζεται απώλεια
που σε σφραγίζει
με πυρωμενο σίδερο
μικρό κι ανυπεράσπιστο

αν είσαι δυνατός κι επιβιώσεις
θα συνεχίσεις τις σπουδές σου
διαβάζοντας βιβλία
μα πάντα ρίχνοντας κλεφτές ματιές
στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
κι στ' ασημένα φύλλα της ελιάς
κάτω από το μπαλκόνι σου

αυτά και ο έρωτας
θα σε οδηγήσουν
και ίσως κάνουν κάποτε
τα ανοιχτά σου τραύματα ν' ανθίσουν

δεν μένει παρά να κοιτάζεις
το θηρίο στα μάτια
καθώς σου πίνει κάθε μέρα το αίμα
στο μονοπάτι προς μια κορυφή
που δεν υπάρχει

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Γυναίκα - η ιστορία ενός ποιήματος




Στα εφηβικά και τα πρώτα νεανικά μου χρόνια, έλεγα κι εγώ τις γνωστές ανοησίες για τις γυναίκες. Αφορισμούς και γενικεύσεις που θα μπορούσαν να ενταχθούν στην προαιώνια διαμάχη των δύο φύλων. Σταδιακά όμως ωρίμασα, γεγονός που επισφραγίστηκε από τη γνωριμία μου με τη Σοφία   και, πολύ σύντομα, από την κοινή μας ζωή. Εκτός από  όλα τα’ άλλα, εκτίμησα βαθύτατα τον αγώνα της να μεγαλώσει και να σπουδάσει εργαζόμενη, με τους γονείς της πολιτικούς πρόσφυγες στη Ρουμανία από τα παιδικά της χρόνια.
         Κάπως έτσι, και με την αίσθηση δικαίου που είχα πάντα έντονη μέσα μου, επήλθε σταδιακά η μεταμόρφωσή μου σε δυναμικό υποστηρικτή των γυναικείων δικαιωμάτων. Συνειδητοποίησα ότι το αρσενικό είχε διαπράξει φοβερά εγκλήματα σε βάρος του θηλυκού και ότι η κατάσταση   αυτή συνεχιζόταν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου. Ακόμη, ότι η γυναίκα αποτελούσε το μεγαλύτερο αναξιοποίητο δυναμικό. Και άρχισα έμπρακτα να υποστηρίζω την πλήρη ισοτιμία των δύο φύλων στο   κάθε τι.
          Αυτό βέβαια άρχισε από τη πλήρη ισοτιμία στη δική μου σχέση με τη Σοφία. Συνεχίστηκε στον φιλικό μου κύκλο και γενικότερα στην καθημερινή ζωή και, βέβαια, στην επιλογή προσωπικού για λογαριασμό μεγάλων  επιχειρήσεων στην εταιρία μελετών όπου εργαζόμουν. Με αναπόφευκτες τις αντιπαραθέσεις  με μερικά καθαρόαιμα αρσενικά που βρίσκονταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο εξέλιξης του είδους.   Ακόμη όμως και   με κάποιες γυναίκες που επέμεναν στον παραδοσιακό ρόλο του φύλου τους. Σε μια φάση κορύφωσης της αγανάκτησής μου, η στάση μου αυτή εκφράστηκε  με το ποίημα «Γυναίκα».      

κάθε μικρή σου υποταγή
μειώνει τη δική μου ελευθερία
εμένα ταπεινώνει
κάθε χαμένο σου δικαίωμα
πληγώνει τη δική μου αξιοπρέπεια
κάθε παραπανίσιο σου φορτίο
έχει σε μένα ρίζες προγονικές
κάθε σε βάρος σου αδικία
είναι μια στυγερή κλοπή
απ' τοπαγκάρι της δικής μου εκκλησίας
κι όταν εσύ λιποψυχείς
εγώ είμαι ο αληθινός προδότης

στέκεσαι δίπλα μου
στο σπίτι, στη δουλειά ή στο οδόφραγμα
και με τα ίδια μάτια
ελεύθερα ατενίζουμε τον ήλιο
περήφανοι
ασυμβίβαστοι
ωραίοι μέσα στα τόσα ελαττώματά μας
εμείς που η φύση έταξε σε σάρκα μία

                        
           Το ποίημα αυτό αγαπήθηκε από πολλές γυναίκες και από πολύ λιγότερους άνδρες. Εγώ πάντως το αναρτώ στις 8 του Μάρτη κάθε χρόνο στον τοίχο μου στο facebook και στις θεματικές ανθολογίες Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται. Πριν μερικά χρόνια το βρήκα στη ύλη των εξετάσεων της τρίτης λυκείου. Και σκέφτηκα ότι όλοι μας δίνουμε εξετάσεις κάθε μέρα και ώρα της ζωής μας. Είναι ωραίο καμιά φορά να παίρνουμε καλό βαθμό, έστω και στο θέατρο αυτό του παραλόγου.


Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Η ιστορία ενός ποιήματος - Θέα απ' τη λεκάνη της ξενιτιάς




         Είναι ωραίο και συναρπαστικό να έχει ταξιδεύσει κανείς. Κι ακόμη σημαντικότερο να έχει ζήσει μερικά χρόνια σε ξένη χώρα. Ανακαλύπτει τον κόσμο, διευρύνονται οι ορίζοντές του, αποκομίζει χιλιάδες εντυπώσεις και εμπειρίες. Ωριμάζει. Ιδίως όμως καταλαβαίνει τι σημαίνει πατρίδα. Αν δεν έχει ζήσει κανείς σε ξένο τόπο, δεν μπορεί να νιώσει βαθιά μέσα στην καρδιά του το νόημα και την αξία της πατρίδας.
        Η πρώτη κατοικία μας στο Λονδίνο στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ήταν ένα τεράστιο δωμάτιο  Βικτωριανού μεγάρου κοντά στο κτίριο των βρετανικών αερογραμμών στο Δυτικό Λονδίνο. Μείναμε εκεί τρεις μήνες ανάμεσα σε ανθρώπους από κάθε ήπειρο, κάθε χώρα και φυλή. Σπάνια ανταλλάσσοντας έστω και μια κουβέντα στην είσοδο, στη σκάλα ή στους διαδρόμους με κάποιους Άγγλους επαρχιώτες, με τους αθλητικούς Αυστραλούς, τους αρειμάνιους Ινδούς Σικ, τους πιο ταπεινούς Ινδούς και Πακιστανούς, τους Λατινοαμερικάνους και τους Αφρικανούς και τους άλλους μυστηριώδεις συγκατοίκους μας.  
        Η δεύτερη και μονιμότερη κατοικία μας, όπου ζήσαμε δυόμιση χρόνια, ήταν μια σοφίτα αρκετά μακρύτερα από τα γραφεία της εταιρίας στην οποία εργαζόμασταν, και πάλι στο Δυτικό Λονδίνο. Η σοφίτα της Ιρλανδέζας σπιτονοικοκυράς μας, στον τρίτο όροφο του εργατόσπιτου, είχε δυο μικρούς χώρους, την κουζίνα που αποτελούσε και καθιστικό ή αντιστρόφως, και το υπνοδωμάτιο. Το πάτωμα ήταν στρωμένο με φθαρμένη λινάτσα, τα κρεβάτι έτριζε επικίνδυνα, το στρώμα ήταν χιλιομπαλωμένο, η ντουλάπα προκατακλυσμιαία σε χρώμα βαθύ καφέ. Σόμπα γκαζιού, ψυγείο γκαζιού, μετρητής γκαζιού στις σκάλες.
     Η εικόνα που βλέπαμε από το σπασμένο τζάμι του κοινόχρηστου μπάνιου στην πρώτη μας κατοικία και από το παράθυρο του νεροχύτη στη δεύτερη ήταν περίπου η ίδια. Γκρίζα, βουβή και απρόσωπη, μελαγχολική. Ξένη. Πήρα μαζί μου αυτή την εικόνα στην επιστροφή μου στην πατρίδα και τη θυμάμαι από τότε. Κι επειδή πρώτα σχηματίζεται και εδραιώνεται μια εικόνα στο μυαλό μου και μετά αποφασίζει το ποίημα να γεννηθεί μετατρέποντας την σε λέξεις, κάθισα χρόνια μετά και έγραψα:   



το κρύο μπαίνει
απ' το σπασμένο τζάμι
μπαίνει το μαυροπούλι 
με το ράμφος του
και το αχνό διάγραμμα
τριών σπιτιών
μπαίνει μια λυγερή αφρικάνα
με τις αυθάδικες γροθιές
για στήθια
μπαίνουν γλάστρες
κίτρινες, πορτοκαλιές
κάποιος που πινει 
απένταντι καφέ
σκυφτός και μόνος

το κρύο μπαίνει
γκρίζο απ' το σπασμένο τζάμι
μπαίνει σκυφτό και μόνο
η μουσική ακούγεται
σαν να 'ναι λάθος
οι στροφές του δίσκου


  
Μπορεί να μην υπάρχουν πλέον δίσκοι και πικ-απ, να μην υπάρχει, επιφανειακά τουλάχιστον, εκείνο το Λονδίνο  που γνωρίσαμε πριν τόσα χρόνια. Μπορεί ακόμη να ήταν κάπως διαφορετικές οι εντυπώσεις μου αν είχαμε ζήσει από την αρχή σε πιο άνετα σπίτια, όπως το τρίτο στο βορειοανατολικό Λονδίνο ή το τέταρτο σε μια μικρή πόλη προς βορρά. Δεν νομίζω όμως ότι τίποτα θα άλλαζε ουσιαστικά. Και πάλι το κρύο θα έμπαινε σκυφτό και μόνο και πάλι θα ήταν λάθος οι στροφές του δίσκου. Παραφωνία. Τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει η πατρίδα στις πλήρεις διαστάσεις της. Εκεί που ανήκει κανείς από τα πρώτα παιδικά του χρόνια κι εκεί που γύρισα κι εγώ να ζήσω, να γράψω τα βιβλία μου και να πεθάνω.