Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Η ώρα της δημιουργίας


Ήταν κοντά σούρουπο. Την ώρα που γέρνει η μέρα αποκαμωμένη στης νύχτας την αγκαλιά. Η φθινοπωριάτικη γλύκα ήταν διάχυτη στο μελαγχολικό τοπίο που που ψηλά, μέσα από τα τζάμια του ατελιέ,.έβλεπε ο ζωγράφος. Ο γκριζόμαυρος καπνός που μπερδευόταν με τα αριά συννεφάκια, το κίτιρνο των φύλλων και η πλατίνα τ' ουρανού, όλα αυτά του χάιδευαν την ψυχή, τον έκαναν να νιώθη μια ανεξήγητη ζεστασιά στο κρύο περιβάλλον της σοφίτας. Κι αυτός ο ήλιος που 'γερνε πέρα μαικριά και που θαρρείς πως πριν σβήση, το πάντα να κάψη ήθελε, άφησε μιαν αχτίδα απ'το στερνό του φως να πέση πάνω στα τζάμια, να φωτίση ένα δωμάτιο ακατάστατο, φανερά μποέμικο και φτωχικό, εγκάρδιο όμως.

Αναστέναξε, γύρισε μπροστά σ' ένα μουσαμά, βούτηξε το πινέλο στη γεμάτη χρώματα παλέτα και στάθηκε με το χέρι βαρύ. Άγνωστος στους πολλούς ο ζωγράφος. Νέος πολύ, ανώριμος, είχα χαθή μέσα στους τόσους και τόσους άλλους ...

Καθάρια σαν κρύσταλλο η ζωή του ως τότε. Ένα ζωηρό ρυάκι π' απ'΄τα νερά του ποταμού ξέκοψε, δεν έσβησε όμως ακόμα και δεν στέρεψε. Και νόμισε για μια στιγμή πως -ναι!- ήταν ικανός να δημιουργήσει κάτι που θα τον άφηνε για πάντα φλόγινη ανάμνηση στα Ηλύσια της Τέχνης. Άλλη φιλοδοξία δεν είχε. Αναστατωνόταν στην ιδέα πως η λήθη μπορούσε να είναι το τέρμα του δρόμου του. Βαθιά σκεφτικός τώρα, μ' ανίκανο το χέρι να δημιουργήση, να δώση ζωή σ' ό,τι αισθανόταν. Η φύση, τόσο πρόσφορη σε όσους νιώθουν, τού 'στελνε τα μηνύματά της, μα εκείνος ήταν αδύνατον να τα συλλάβη... Η γλυκειά ομορφιά της τον συγκινούσε αλλά δεν τον ηλέκτριζε. Η απαλή της μουσική δεν μιλούσε στην ύπαρξή του ολόκληρη κι ούτε επιδρούσε πάνω του με την κοσμογονική εκείνη δύναμη που δημιουργεί τα αριστουργήματα. Ο ζωγράφος, αν και στη στέρηση ζούσε, δεν είχε αισθανθεί πόνο βαθύ, συθέμελο, κι ούτε χαρά απροσμέτρητη, δυνάμεις υπέρτατες, που θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν στου ταλέντου του την τελείωση και στην απόδοση εκείνου που 'ταν κρυμμένο μέσα του, στην ανθρώπινη δημιουργία κάτι αθάνατου.

Βράδιασε πια. Στη συνοικία που 'μενε τη μακρινή, οι θόρυβοι από μακριά μισοσβησμένοι. Μια γρίλια απέναντι φωτίστηκε, μια μελωδία δυνατή κι από παλμό ξέχειλη ακούστηκε. Ποιος της ψυχής τη φλόγα με νότες ξεχύνει; Ποιος της καρδιάς το πάθος πάει με τη μουσική να σβήση; Ένας χείμαρρος πλημμύρισε τον νέο, αναμνήσεις απόκρυφες, μ' αξέχαστες για πάντα. Κι όσο πιο ορμητική κι αιθέρια γινόταν η μουσική, τόσο ξυπνούσαν μέσα του αισθήματα άγνωστα ως τότε, μια συγκίνηση υπέρτατη, ανάκατη με μια υπερκόσμια δύναμη, που κοιμισμένη μέσα του ως τότε λες και περίμενε να ξυπνήσει ...

Μ' ένα πλούσιο κρεσέντο ξεσπά ξάφνου όλο το πάθος του μουσικού που διαπερνά του ζωγράφου την ψυχή και τη φλογίζη και, σαν σβήνει, τον αφήνει σε μια αναστάτωση που πρώτη φορά την ένιωθε.
Ποιος είπε πως η μουσική είναι κομμάτι απ' την ψυχή την ίδια; Πως ο ζωγράφος έχει ψυχή μουσικού κι ο μουσικός ζωγράφου;

Έμειν' εκστατικός για μια στιγμή μονάχα, λες κι ήθελε να αδράξη το μεγαλείο της σιγής, που 'χε απλωθεί παντού. Στάθηκε για λίγο μ' απλανές το βλέμμα, λες και φωτιζόταν το είναι του ολάκερο μ' ένα φως πρωτόγονο και ανέσπερο. Ήταν απόκοσμη η στιγμή πέρα για πέρα κι όμως αλάθητα στην ψυχή του μιλούσε.

Έτρεξε στο στημένο καβαλέτο και συνεπαρμένος άρχισε να ζωγραφίζει. Τι; Ούτε κι αυτός ήξερε. Το χλομό φως του φεγγαριού που τον φώτιζε με με χρυσαφένιες ανταύγειες τον έδειξε ξάφνου μεγάλο,  πελώριο. Τα χείλη σφιγμένα, η όψη του ολόκληρη αποφασιστική. Έφτασε η ώρα της δημιουργίας.

Μεγαλόπνοο θα λάμψει το ταλέντο σου πια. Τώρα που ξύπνησε η ψυχή σου, ζωγράφισε, ζωγράφισε κι η αθανασία θα σ' αγκαλιάση για πάντα μέσα στις θεϊκές φτερούγες της.

Το αχνό φως της αυγής, καθώς έλειωνε της νύχτας τα σκοτάδια, γέμιζε τα πάντα με ροδόφυλλα. Κι αυτός δούλευε ακόμη, δούλευε σαν μανιακός. Δεν τολμά να κοιτάξη το έργο του στης μέρας το φως. Ας είναι, δεν πειράζει. Είναι η χαραυγή. Τώρα θα ζήσης για τον εαυτό σου,  για τους άλλους, για τον κόσμο ολόκληρο. Το φως που σου΄'δωσε την έμπνευση θα γίνει φως αλλιώτικο και θα ζεστάνη και των άλλων τις καρδιές. Μη δακρύζεις! Κι ας είναι τ' όραμα που φεγγοβολά τόσο λαμπερό! Μην κλαις! Κι ας είναι από χαρά κι απ' την ελπίδα του μεγαλείου.

Αστράφτει κι ακτινοβολεί μ' ένα φως εκτυφλωτικό ο ήλιος ο πρωινός. Κι όλα τριγύρω λες και ξεχύνουν το ίδιο φως. Μα στου νέου τα μάτια λάμπει μια λάμψη αλλιώτικη! Η λάμψη της δημιουργίας.

                                                                                                                            Τόλης Νικηφόρου
                                                                                                                             έκτη κλασσικού  

YΓ. Έγραψα το διήγημα αυτό με ξαφνική έμπνευση σε ηλικία 18 ετών, μόνος ένα βράδυ στο σαλόνι του σπιτιού της Αγνώστου Στρατιώτου 4 στη Θεσσαλονίκη. Στην αντιγραφή τώρα τήρησα την ορθογραφία της εποχής. Στο διήγημα απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο στον ετήσιο διαγωνισμό του Κολλεγίου Ανατόλια και το διήγημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Anatolian 1957 με ένα σχέδιο του ζωγράφου Νίκου Παραλή.  

Σας το εμπιστεύομαι τώρα σαν κάτι πολύτιμο για μένα. Κάτι που έδειχνε ξεκάθαρα τον δρόμο που θα έπαιρνε η ζωή μου.
   

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

«κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ» - η ερωτική ιστορία ενός ποιήματος

(πίνακας: Ντίνος Παπασπύρου)

Πολλά από τα ποιήματά μου δεν είναι απλές εμπνεύσεις της στιγμής, έχουν τη δική τους ιστορία. Μια ιστορία συχνά ερωτική και σχεδόν πάντα λυπημένη, αφού εγώ δεν ξέρω χαρούμενες ιστορίες. Δεν ξέρω καν αν υπάρχουν χαρούμενα ποιήματα.

Όπως λοιπόν «το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί», έτσι επιλέγει και τον χρόνο που η ιστορία του θα αναδυθεί στην επιφάνεια. Για λόγους μυστικούς και ανεξιχνίαστους. Με εμένα βέβαια ως αφηγητή, αναπόφευκτα εμένα. Και με λίγα λόγια. Παρόλο που θα μπορούσε να γραφτεί ένα μεγάλο διήγημα ή ακόμη και μυθιστόρημα.

Η Σιμόνη ήταν ο εφηβικός μου έρωτας. Ο έρωτας στα 18 μας χρόνια. Εγώ είχα μόλις αποφοιτήσει από το γυμνάσιο και εκείνη θα πήγαινε στην έκτη τάξη. Ένας έρωτας που άρχισε στις αμμουδιές της Αγίας Τριάδας το καλοκαίρι του 1957 και συνεχίστηκε επί σχεδόν δύόμιση χρόνια στα πάρκα, στη νέα παραλία, στις ερημιές της Θεσσαλονίκης.

Την αγαπούσα τη Σιμόνη. Με όλο το πάθος, με όλη την απελπισία, με όλη την αδεξιότητα της ηλικίας μου. Είμασταν όμως και οι δύο πολύ νέοι, σχεδόν παιδιά, η κοινωνία ήταν συντηρητική και οι οικογένειες αυστηρές, οι συνθήκες δύσκολες και το μέλλον εντελώς αβέβαιο. Έτσι αναγκάστηκα να διακόψω την αναβολή΄λόγω σπουδών για να υπηρετήσω τη θητεία μου στον στρατό.

Τους πρώτους μήνες τα γράμματα της Σιμόνης ήταν σχεδόν καθημερινά και φλογερά, με τον καιρό όμως αραίωσαν και έγιναν κάπως τυπικά. Ιδίως όταν εγώ περνούσα τη σκληρή εκπαίδευση στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού στο Ηράκλειο. Κάτι λοιπόν μου έγραψε εκείνη για χορούς και διασκεδάσεις, κάτι της απάντησα εγώ εκνευρισμένος από τα καψόνια της σχολής, το αποτέλεσμα ήταν να χωρίσουμε δι' αλληλογραφίας. Όσο απίστευτο κι αν φαίνεται.

Όταν γύρισα στη Θεσσαλονίκη, περίπου δυο χρόνια αργότερα, της έκανα ένα διστακτικό τηλεφώνημα, ουσιαστικά όμως δεν επιδίωξα να τη δω για να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση. Και ακολούθησαν όλα όσα φέρνει η ζωή.

Ακολούθησαν 40 χρόνια χωρίς ποτέ να συναντηθούμε. Αν και, με εξαίρεση τα πέντε δικά μου χρόνια στην Αθήνα και το Λονδίνο, ζούσαμε και οι δύο στο κέντρο της ίδιας πόλης. Κάποιος μου είπε ότι η Σιμόνη είχε παντρευτεί, ότι έκανε παιδιά. Είχα φυσικά κι εγώ παντρευτεί με τη Σοφία στο Λονδίνο.

Μια νύχτα λοιπόν, εντελώς απροειδοποίητα μετά 40 χρόνια, είδα τη Σιμόνη στ' όνειρό μου. Περπατούσαμε, λέει, στον δρόμο όπως παλιά κι είχα το χέρι μου περασμένο στους ώμους της όπως παλιά, και την αγαπούσα όπως παλιά. Ξύπνησα με μια φοβερή αίσθηση νοσταλγίας. Και κάθισα και της έγραψα το παρακάτω ποίημα.

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά,
και κάτω απ' τις κραυγές των γλάρων το ωδείο.
στο πάρκο της Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα
κοιτάζοντας προς τη μεριά της θάλασσας.
κάποτε φάνηκες
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
και μέσα στην ομίχλη μου χαμογελούσες.
στις μύτες στάθηκες να με φιλήσεις
κι ύστερα έφυγες
κι όσο χρόνο το χρόνο στο βάθος σβήνεις
τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου
μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα
πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ
κάπου έξι μήνες πιο μικρή από μένα
πηγαίνεις στο παλιό ωδείο
σε λεν Σιμόνη
κι αγαπιόμαστε τρελά

Το ποίημα αυτό εντάχθηκε στη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999. Λίγο αργότερα εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων μου Νόστος, 2000, για τα χρόνια του σχολείου. Έψαξα λοιπόν και βρήκα το τηλέφωνο της Σιμόνης και της τηλεφώνησα. Για να της στείλω το βιβλίο. Και για να ακούσω τη φωνή της. Ούτε η δική της είχε αλλάξει, ούτε η δική μου. Εγώ όμως θέλω να σε δω, της είπα. Κι εγώ θέλω να σε δω, απάντησε εκείνη.

Συναντηθήκαμε λοιπόν. Συναντηθήκαμε, ήπιαμε καφέ και θυμηθήκαμε τα παλιά. Συγκινηθήκαμε και οι δύο, ίσως δακρύσαμε. Για τα όνειρα της εφηβείας μας και για όσα δεν είχαν γίνει ποτέ πραγματικότητα. Εγώ πάντα σ' αγαπώ, της είπα τότε. Κι εγώ σ' αγαπώ, μου απάντησε, πώς θα μπορούσα να μην σ' αγαπώ.

Συναντηθήκαμε μερικές φορές ακόμη. Και είπαμε πολλά για τα παλιά και άλλα τόσα για τα καινούρια. Όπως δυο παλιοί αγαπημένοι. Με μια τρυφερότητα και μια νοσταλγία στα μάτια. Και η ζωή ξαναπήρε τον δρόμο της. Ίσως ο πιο ωραίος επίλογος στην ιστορία μας να ήταν αυτό που συνέβη στην Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης μερικά χρόνια αργότερα.

Ήταν μια ομαδική ποιητική εκδήλωση στην κατάμεστη Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη. Όταν ήρθε η σειρά μου, σηκώθηκα και διάβασα το «κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ». Κι όταν έφτασα στους στίχους «.. κι όσο χρόνο τον χρόνο στο βάθος σβήνεις, τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου ...» ακούστηκε ένα μακρόσυρτο ααααααααχχχ από τους ακροατές στην αίθουσα και ακολούθησαν χειροκροτήματα.

Χειροκροτήματα ίσως για την αιώνια χαμένη αγάπη που παραμένει ζωντανή στις καρδιές όλων μας.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Δεν είναι κύριος, είναι ποιητής !!


Το περιστατικό έγινε πριν 10-15 χρόνια σε μια εκδήλωση προς τιμήν του Κλείτου Κύρου στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης. Κατά την αναφορά του στο έργο του ποιητή, ο εισηγητής μας βομβάρδιζε με αλλεπάλληλα «ο κύριος Κλείτος Κύρου» και  «ο κύριος Κλείτος Κύρου».  Δεν άντεξα τελικά και από την κατάμεστη αίθουσα φώναξα : «δεν είναι κύριος, είναι ποιητής». Περιττό να πω ότι ο εισηγητής συνέχισε απτόητος το βιολί του.

Καταλαβαίνω ότι οι προθέσεις του ομιλητή ήταν καλές αλλά αυτά τα κατάλοιπα του καθωσπρεπισμού δεν έχουν θέση στη λογοτεχνία. Δεν έχουν θέση σε καμία μορφή τέχνης. Ο ποιητής είναι ποιητής και ο πεζογράφος πεζογράφος. Σκέτος ποιητής και όχι κύριος, όχι «ο ποιητής κύριος Κλείτος Κύρου» ούτε «η ποιήτρια κυρία Κική Δημουλά».  Όπως και ο συνθέτης είναι συνθέτης, ο ζωγράφος ζωγράφος κ.ο.κ.  «Ο ποιητής Κλείτος Κύρου» λοιπόν αρκεί για να προσδιορίσει την ιδιότητα του τιμώμενου και ήδη αποτελεί τίτλο τιμής.

Έχω κι εγώ προσωπικά υποστεί αυτό το μικρό μαρτύριο σε κάποιες παρουσιάσεις. βιβλίων μου. Δεν είναι κάτι για το οποίο μπορείς να προειδοποιήσεις τους ομιλητές, ούτε φυσικά έχω πλέον τη διάθεση να τους διακόψω, όσο ευγενικά κι αν μπορεί να γίνει αυτό.  Θα έπρεπε ήδη να γνωρίζουν αυτά που θεωρώ ως στοιχειώδη. Δύο ακόμη από τα στοιχειώδη της λογοτεχνίας θα αναφέρω παρακάτω.

Βλέπω σε διάφορα ιστολόγια, στο facebook και αλλού να γράφουν για «ποίηση και λογοτεχνία». Ακόμη και σε τίτλους ιστολογίων. Διερωτώμαι αν αυτοί που το κάνουν έχουν ποτέ ζητήσει από τον μανάβη «μήλα και φρούτα». Και πώς θα τους κοίταζε εκείνος αν το έκαναν. Γιατί, φυσικά, η ποίηση είναι λογοτεχνικό είδος και εκείνο που θα ήθελαν να πουν οι διάφοροι επίδοξοι ποιητές ή ανθολόγοι είναι «ποίηση και πεζογραφία». Πεζογραφία λοιπόν, κυρίες και κύριοι, σε αντιδιαστολή με την ποίηση  και όχι λογοτεχνία.

Τρίτη και τελευταία περίπτωση προς το παρόν είναι οι εισηγητές σε λογοτεχνικές παρουσιάσεις. Οι ποιητές και οι πεζογράφοι της γενιάς  του “30 και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς δεν παρουσίαζαν σχεδόν ποτέ τα βιβλία τους. Οι λογοτεχνικές εκδηλώσεις άρχισαν κυρίως μετά τη δικτατορία με μεγάλη σεμνότητα. Ήταν ομαδικές κατά κανόνα με έναν εισηγητή αλλά και προσωπικές για καθιερωμένους λογοτέχνες πάλι με  έναν εισηγητή. Θυμάμαι τη χαρακτηριστική περίπτωση του    ποιητή Σαράντου Παυλέα κατά την εκδήλωση που είχε διοργανώσει η Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών στις αρχές της δεκαετίας του ’80 για την πρώτη μεταπολεμική ποιητική γενιά. Ενώ ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία, προφανώς για πρώτη φορά θα διάβαζε ποιήματά του μπροστά στο κοινό και ήταν συνεσταλμένος, έντονα και συγκινητικά συνεσταλμένος !!

Με τα μέσα που διαθέτουμε σήμερα, τις αίθουσες των βιβλιοπωλείων, τις δημοτικές βιβλιοθήκες, τις καφετέριες και τα μπαράκια και διάφορες άλλες αίθουσες (για να μην αναφέρω το διαδίκτυο όπου γίνεται άλλου είδους χαλασμός), αλλά και με την αβυσσαλέα τάση δημοσίων σχέσεων   και αυτοπροβολής, έχουμε φτάσει στο σημείο ένας πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής ή ποιήτρια να παρουσιάζεται από τρεις ή και τέσσερις ομιλητές. Δεν νομίζετε ότι είναι υπερβολικό, για να μην πω γελοίο; Τι περισπούδαχτο να αναφέρουν για το «έργο» του νεοσσού οι τρεις ή τέσσερις εισηγητές; Ενώ βέβαια η εκδήλωση συχνά συντονίζεται από έναν πέμπτο και ένας  ηθοποιός  διαβάζει ποιήματά του.  «Το χρήμα πολλοί εμίσησαν, την δόξαν ουδείς». Ο δρόμος προς τη όποια δόξα όμως συχνά οδηγεί στην κωμωδία. Έτσι παιδιά;
 

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Δεύτερη Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση - 1982 - Οι Κύπριοι ποιητές στη Θεσσαλονίκη


ΔΗΜΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Β.Ε.
Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση

Νεότεροι Κύπριοι Ποιητές (1960-1982)

Δημοτικό Θέατρο Κήπου

Σάββατο 5 Ιουνίου - 8.οο μ.μ.                         Κυριακή 6 Ιουνίου - 8.00 μ.μ.
                   
                                 Διαβάζουν ποιήματά τους οι:

- Θεοδόσης Νικολάου                                  - Ντίνα Κατσούρη
- Θεοκλής Κουγιάλης                                  - Πολύβιος Νικολάου
- Φοίβος Σταυρίδης                                      - Άνθος Λυκαύγης
- Πίτσα Γαλάζη                                            - Γιώργος Μολέσκης
- Έλλη Παιονίδου                                         - Νίκη Μαραγκού 
- Κυριάκος Χαραλαμπίδης                           - Νίκος Ορφανίδης
- Μιχάλης Πασιαρδής                                  - Λεύκιος Ζαφειρίου

                           Εισηγήσεις : Γιώργος Κεχαγιόγλου
                Ύστερα από τις αναγνώσεις θα γίνεται συζήτηση

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με τη Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Β. Ελλάδος και την  Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση, πιστεύοντας ότι η όξυνση της ποιητικής μας ευαισθησίας μας οδηγεί (όχι φυσικά από μόνη της αλλά οπωσδήποτε σταθερά και με πληρότητα) στην κοινωνική συνειδητοποίηση και ότι η ζωντανή επαφή ανάμεσα στον ποιητή και στον δέκτη της ποίησης – το κοινό - λειτουργεί θετικά (σε κάθε περίπτωση είτε άμεσα είτε έμμεσα), διοργάνωσε πέρυσι την Πρώτη Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση, στην οποία πήραν μέρος 16 ποιητές απ' όλη την Ελλάδα, που πρωτοεμφανίστηκαν στην εικοσαετία 1960-1980.

Στη φετινή Δεύτερη Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση, η παρουσίαση της ποίησης των χρόνων 1960 κ.ε. συμπληρώνεται με τη σημαντικότερη ελληνική «περιφερειακή» ποιητική παραγωγή έξω από την Ελλάδα, την Ελληνοκυπριακή. Έτσι καλύπτεται ένα μεγάλο κενό στην ενημέρωση του ελλαδικού κοινού σχετικά με τη σύγχρονη κυπριακή ποίηση και δίνεται η δυνατότητα σύγκρισης της ποίησης που αναπτύχθηκε στον ελλαδικό και κυπριακό χώρο μέσα στις τελευταίες δεκαετίες, κάτω από την καταλυτική επίδραση των ιστορικών και κοινωνικών γεγονότων της περιόδου. Στη συνάντηση παίρνουν μέρος 14 ποιητές από την Κύπρο, που πρωτοεμφανίστηκαν με βιβλίο τους στα χρόνια 1960-1980.
 (όλα αυτά περιλαμβάνονται σε ένα δίφυλλο που εξέδωσε ο Δήμος Θεσσαλονίκης τη χρονιά εκείνη)

Ακολουθούν αποσπάσματα από τις εντυπώσεις ενός από τους Κύπριους ποιητές σε ένα πρόχειρα
δακτυλογραφημένο ανώνυμο αλλά απόλυτα αληθινό και συγκινητικό κείμενο:

Ένας κρεμαστός κήπος γεμάτος ποιητές της Θεσσαλονίκης

«Η συγκίνηση άρχισε στο αεροδρόμιο της Λάρνακας, καθώς σιγά-σιγά μαζευόμαστε, οι ποιητές που θα  παίρναμε μέρος στην Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση της Θεσσαλονίκης. Κορυφώθηκε τις δυο επόμενες βραδιές στο Θέατρο του Κήπου, όπου οι δεκατέσσερις διαφορετικές ποιητικές φωνές μας ενώθηκαν κι έγιναν μια φωνή, η φωνή της Κύπρου, γεμάτη πάθος νεανικό αλλά και - σύμφωνα με τη γενική διαπίστωση - ποιοτική ωριμότητα. Την τρίτη μέρα, Κυριακή μεσημέρι, οι δεκατέσσερις μας μοιραστήκαμε σε διάφορα καλλιτεχνικά σπίτια της φιλόξενης Θεσσαλονίκης. Εκεί, λοιπόν, στη βεράντα της Ηλέκτρας και του Βασίλη Ιωαννίδη, η συμπυκνωμένη πια συγκίνηση μετατράπηκε σε μια σειρά από εξομολογήσεις .....

Στο τραπέζι λιχουδιές βαλκανικές. Πιπεριές, κολοκυθάκια, μουσακάς,η Ηλέκτρα το 'βαλε σκοπό να μας εντυπωσιάσει. Ανάμεσα στα τσουγκρίσματα του παγωμένου κρασιού, αρχίζεις να μετράς τις γλάστρες. Γρήγορα χάνεις τον λογαριασμός, παρδίνεσαι στη ματαιότητα της απόπειρας. Χιλιάδες οι γλάστρες και τα γλαστράκια.Ο κισσός, ξεκινώντας από ένα βαρέλι, αγκαλιάζει ολόκληρο τον τοίχο, και ανταγωνίζεται κάποιο άλλο αναρριχητικό. Γιασεμιά, κρίνα, γαζίες,γεράνια, ποιος το 'πε ότι όλα αυτά θέλουν γη για να γίνουνε, θέλουν απλώς αγάπη, ένας πράσινος ποταμός που ξεχειλίζει απ' όλες τις πλευρές κάτω από το μπαλκόνι, εισχωρεί και μέσα στο σπίτι, τα παράθυρα και τις ανοιγμένες μπαλκονόπορτες. - Αγαπώ τα λουλούδια, είναι η μόνη αδυναμία που δεν μπορώ να  καταργήσω για χάρη της ξεκούρασης μου, λέει η Ηλέκτρα απλά.

Η Ηλέκτρα αγαπά τα λουλούδια, η Ηλέκτρα και ο Βασίλης αγαπούν την τέχνη, εκείνη είναι φαρμακοποιός κι εκείνος γιατρός, μας έχουν αναλάβει υπό την προστασία τους μαζί με τους άλλους της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης, τον Τόλη Νικηφόρου, τον Γιώργο Κεχαγιόγλου, τον Γιάννη Καρατζόγλου, και μερικούς ακόμα, επώνυμους και ανώνυμους. Κι εμεις οι δεκατέσσερις αφηνόμαστε σαν παιδιά που βρέθηκαν σε χώρο πατρικό. Ο Κυριάκος λέει αθώα αστεία, ο Πολύβιος μοιράζει τα φρεσκοτυπωμένα του βιβλία, ο Θεοδόσης διηγείται ιστορίες καλογήρων και παλαιών εκκλησιών, ο Λεύκιος εξομολογείται μερικά κεφάλαια από το βιογραφικό του που ετοιμάζει, ο Νεοκλής ψωνίζει για την οικογένεια, ο Άνθος παραπονιέται για τη μπριζόλα που έφαγε ο Λεύκιος, ο Μιχάλης ρεμβάζει πίσω από τον καπνό της πίπας, η Νίκη ψάχνει να βρει τα ίχνη των παιδικών χρόνων στις πάνω γειτονιές, ο Γιώργος διηγείται τις περιπέτειες Μόσχα - Θεσσαλονίκη με σιδηρόδρομο, η Ντίνα φορτώνεται την ευθύνη των εισιτηρίων δεκατεσσάρων ποιητών, η Πίτσα νοσταλγεί την κόρη της και ο Νίκος τον γιο του ...

Ζούμε κάτι το πρωτόγνωρο. Όλα έχουν χαθεί για τέσσερις μέρες. Προσωπικοί μικροεγωισμοί και φιλοδοξίες, αντιζηλίες και κακεντρέχειες, πολιτικές διαφορές και αντιπάθειες. Ξαφνικά γίναμε όλοι μια ομάδα. Κύπριοι ποιητές, σχεδόν της ίδιας γενιάς, άλλος λίγα χρόνια πάνω, άλλος λίγα χρόνια κάτω, που ανακαλύπτουμε ο ένας τον άλλο. Νομίζω ο Λεύκιος το είπε, ύστερα από τη συζήτηση με το κοινό την πρώτη μέρα: Το καλύτερο μάθημα είναι πως δεν ξέρουμε ο ένας τον άλλο και πρέπει να γνωριστούμε.

Αυτή η ανάγκη να γνωριστούμε φάνηκε κι από το γεγονός ότι δεν χωριζόμαστε σε μικρές μόνιμες. ομάδες. Η γνωριμία γίνεται σιγά-σιγά, αβίαστα, στο λεωφορείο, στο τραπέζι του προγεύματος, στο χωλ του ξενοδοχείου - βιβλία ανταλλάσσονται, αστεία και πειράγματα ρίχνονται, τα ανέκδοτα δίνουν και παίρνουν. Οι ποιητές κατά κανόνα είναι αφηρημένοι, βοηθά και η ατμόσφαιρα. Η Θεσσαλονίκη ανοίγει την καρδιά της και τις αγκάλες της να μας υποδεχτεί. Μας δείχνει τις εκκλησιές της, τις χτισμένες με κεραμικά στο χρώμα της τερακότας, μας γνωρίζει τις ταβερνούλες και τα ζαχαροπλαστεία της. Μας κατεβάζει τη νεολαία της στο δροσερό θεατράκι του κήπου, να ακούσει του στίχους και να συζητήσει μαζί μας προβλήματα της ποίησης, προβλήματα των συγγραφέων και, πάνω απ' όλα, προβλήματα της Κύπρου.

Ποιος από μας θα ξεχάσει τη συγκίνηση που νιώσαν και τις δύο βραδιές οι μισοί από μας που κάθονταν σαν ακροατές στην πλατεία για να ακούσουν τους άλλους μισούς να διαβάζουν τους στίχους τους ...Στίχους που με την ιδιομορφία τους, την προσωπικότητα του ύφους τους, είχαν ωστόσο κεντρικό άξονα κοινό και στόχο ένα, τη μικρή βασανισμένη πατρίδα. Και ποιος θα ξεχάσει τα θερμά λόγια του Δημάρχου Θεσσαλονίκης στο καλωσόρισμα που μας έκανε ...

Η Θεσσαλονίκη μας έδωσε όλους ένα μάθημα. Ο Γιώργος Κεχαγιόγλου στην εισαγωγή του για τη συνάντηση αλλά και στο σύντομο σημείωμα που έγραψε μετά απ' αυτήν, μίλησε με ενθουσιασμό για την ποίηση της Κύπρου. Πέρα όμως από αυτό και πέρα από το ότι στην Ελλάδα ελάχιστα είναι γνωστή η κυπριακή ποίηση, το ουσιώδες στη ποιητική συνάντηση της Θεσσαλονίκης ήταν πως εμείς οι δεκατέσσερις Κύπριοι ποιητές νιώσαμε στη Θεσσαλονίκη περήφανοι που είμαστε ποιητές και που είμαστε Κύπριοι.

Στη βεράντα λοιπόν της Ηλέκτρας και του Βασίλη, αργά πια το απόγευμα, την ώρα του καφέ, έγινε ο απολογισμός. Πάρθηκαν οι αποφάσεις για μια συνέχεια, για μια «επισημοποίηση» των δεσμών, για άλλες παρόμοιες συναντήσεις και σε άλλους χώρους με περισσότερους ανθρώπους. Για να δούμε ...»

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Τότε που πιστεύαμε ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο ...

Ίσως τώρα να φαίνονται τρελά, παράλογα, μάταια. Τότε όμως ένιωθα να καίγομαι, να πυρπολούμαι. Και όχι μόνο εγώ. Τότε ήθελα να είμαι απόλυτα συνεπής. Και έκανα πολλά και διάφορα τρελά και μάταια. Όταν τώρα τα ξαναδιαβάζω ή τα φέρνω απλώς στη μνήμη μου, δεν απορώ καθόλου γιατί τα έκανα, απορώ πώς κατάφερα και επιβίωσα μέσα σε τόσες περιπέτειες και φουρτούνες. Στα γραφτά μου, στη δουλειά μου, στη ζωή. Να ένα μικρό δείγμα από τη φλόγα που καίει ακόμα.


                                                                                                 19 Ιανουαρίου 1980

Τόλης Νικηφόρου
Κατούνη 37
Θεσσαλονίκη

Προς
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΎ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
ΓΕΝΙΚΉ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΉΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΣ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Ερμού 17
Αθήνα

Κύριοι,

Έλαβα την επιστολή σας Α/Φ07//75360//9 Δεκεμβρίου 1980 με την οποία με πληροφορείτε
ότι, σύμφωνα με απόφαση της αρμόδιας επιτροπής, επιθυμείτε να αγοράσετε έως 170 αντί-
τυπα του βιβλίου μου ΑΝΑΡΧΙΚΑ με ανώτατο όριο πληρωμής το ποσό των 17.000 δρχ.

Εάν η αρμόδια επιτροπή σας είχε διαβάσει προσεκτικά τα ΑΝΑΡΧΙΚΑ, όπως όφειλε, θα
γνώριζε τη ρητή δήλωσή μου ότι το συγκεκριμένο βιβλίο δεν υπόκειται στην κρίση κανενός κρατικού φορέα, λογοτεχνικού σωματείου ή επιτροπής και διατίθεται δωρεάν σε κάθε ενδιαφερόμενο.

Δέχομαι ότι η επιστολή σας αποτελεί εκδήλωση κάποιου ενδιαφέροντος και, συνεπής προς
το πνεύμα με το οποίο γράφτηκαν και εκδόθηκαν τα ΑΝΑΡΧΙΚΑ, σας χαρίζω ένα (1)
αντίτυπο του βιβλίου μου με τους φιλικούς χαιρετισμούς μου.

                                                                                                    με τιμή
                                                                                                 (υπογραφή)

 

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Δεν υπάρχουν πια δάσκαλοι, οδηγητές, μεσσίες ...

Εκτός από τα ενδιαφέροντα γράμματα που μου έχουν στείλει κατά καιρούς διάφοροι σημαντικοί άνθρωποι της λογοτεχνίας μας, υπάρχουν στα αρχεία μου και τα γράμματα που έχω γράψει εγώ σε παλιούς και νέους ποιητές και πεζογράφους, γνωστούς και άγνωστους, φίλους και όχι και τόσο φίλους. Βρήκα λοιπόν και παραθέτω εδώ ένα γράμμα που είχα γράψει πριν 23 χρόνια σε έναν νέο ποιητή, χωρίς δυστυχώς να έχω σημειώσει το επίθετό του. Αυτό το γράμμα θα μπορούσα να το είχα γράψει και τώρα, θα μπορούσα να το είχα απευθύνει σε κάθε «πολλά υποσχόμενο» Δημήτρη ή Δήμητρα που εμφανίζεται στην ελληνική ποίηση.


                                                                                                                 6.10.90

Αγαπητέ μου Δημήτρη,

Θα το θεωρούσα εντελώς γελοίο να σου δώσω συμβουλές και υποδείξεις. Τώρα πια. Δεν δικαιούμαι παρά να εκφράσω μια καθαρά προσωπική γνώμη και τίποτα παραπάνω.

Σίγουρα στην ποίησή σου υπάρχουν ψήγματα, ίσως και φλέβες χρυσού. Το μέλλον σου ανήκει. Δεν μένει παρά να ορισθεί τι σημαίνει αυτό. Είσαι καλός, μπορείς να γίνεις καλύτερος, εσύ ο ίδιος θα διαλέξεις τον δρόμο σου, φυσικά με ιδρώτα και αίμα, τον δρόμο που οδηγεί τελικά στο κοινό για όλους μας βάραθρο.

Σε μια χώρα και μια εποχή που η διάκριση και η επιτυχία συχνά αποτελεί πιστοποιητικό οσφυοκαμψίας,νομιμοφροσύνης και αναξιότητας, τι άλλο μπορώ να οσυ πω, Δημήτρη; Να σκαλίζεις τους στίχους σου στους τοίχους της προσωπικής σου σπηλιάς;

Δεν υπάρχουν πια δάσκαλοι, οδηγητές, μεσσίες, ούτε καν ζεστό κοπάδι να μας παρηγορήσει. Υπάρχει ο πόνος και η μοναξιά, ελάχιστοι πολύτιμοι σύντροφοι, κάποιες αχτίδες ευφροσύνης και το λίγο ή το πολύ που κουβαλάει ο καθένας μας στη ψυχή του.

Λογάριασε λοιπόν τις δυνάμεις σου και χάραξε την προσωρινή τροχιά σου. Δέξου, ακόμη, τον χαιρετισμό και την αγάπη κάποιου που καταλαβαίνει.

                                                                                                    Τόλης Νικηφόρου



 

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Το δέντρο του δικού μας δάσους

  
(1926 - 2007)

 Η Αγνώστου Στρατιώτου και η Μητσαίων ήταν η γειτονιά μας. Απέναντι ακριβώς από το τέταρτο αστυνομικό τμήμα και κάτω απ’ τον Αϊ Δημήτρη και το Εργατικό Κέντρο στην Ολύμπου. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1940, πολύ πριν ανακαλυφθεί η αρχαία αγορά και όταν η Πλατεία Δικαστηρίων ήταν ακόμη μια απέραντη γυμνή και κακοτράχαλη αλάνα με ένα λυμφατικό πάρκο στη μέση, περιφραγμένο με αγκαθωτά συρματοπλέγματα. Εκεί, οι τέσσερα-πέντε χρόνια μεγαλύτεροι, όπως ο αδερφός μου, ήταν οι ήρωες μας, οι ακόμη πιο μεγάλοι πρόσωπα μυθικά.


Αν, λοιπόν, απ’ την εξώπορτα μου στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου 4, ως την άλλη στην οδό Μητσαίων 3, ήταν δεν ήταν πενήντα μέτρα, από τα δέκα δικά μου χρόνια ως τα είκοσι δύο του Τηλέμαχου μεσολαβούσε μια άβυσσος. Η άβυσσος που υπάρχει απ’ τον πιτσιρικά του 22ου τότε δημοτικού σχολείου, γωνία Αγίας Σοφίας και Φιλίππου, απ’ την πάνινη μπάλα ή τη φωνή απ’ τον δρόμο «μαμά, τι φαγητό έχουμε», ως  τον έφεδρο ανθυπολοχαγό του εθνικού στρατού κάπου στα βουνά της Ηπείρου, σ’ ένα θανάσιμο αγώνα με «Τ’ αγρίμια του άλλου δάσους».

Έτσι, τον Τηλέμαχο τον άκουγα, ίσως και να τον έβλεπα καμιά φορά από μακριά, όταν έπαιζα με την τσακαλοπαρέα μπίλιες, αγιούτο, κρυφτόμπικο και χίλια δυο άλλα αυτοσχέδια παιχνίδια στο χώμα έξω απ’ το παράπλευρο γκαράζ του Μπεμπε-λέκου, μα δεν τον γνώριζα. Γνώριζα λίγο τη μητέρα του στο παράθυρο του ισόγειου διαμερίσματος, γνώριζα λιγότερο τον Άγι, τον μικρότερο αδερφό του, μα εκείνος ήταν ψίθυρος μακρινός, ένα δέος.

Τον γνώρισα από σπόντα, περίπου εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, μέσα στη δικτατορία και λίγο μετά την επιστροφή μου απ’ το Λονδίνο. Περνούσα ένα απόγευμα έξω απ’ το βιβλιοπωλείο του Αναγνωστάκη, όταν ο Μανόλης με φώναξε και μου είπε, «ο Συνεργάτης Α. που σου έγραψε την κριτική στον Ελληνικό Βορρά για το Αλμπατζάλ, είναι ο Αλαβέρας. Να του τηλεφωνήσεις και να τον ευχαριστήσεις».

Του τηλεφώνησα, τον ευχαρίστησα, τον επισκέφτηκα στο γραφείο του στη Βενιζέλου και έτσι γνωριστήκαμε από κοντά, ενήλικες και οι δύο πλέον. Ο Τηλέμαχος θυμόταν τον πατέρα μου, ήξερε την ιστορία της οικογένειάς μου, ενώ τη δική μου ύπαρξη μάλλον την είχε καταλάβει απ’ τα διηγήματά μου. Ακολούθησε η γνωριμία μου με τη Ρούλα, η γνωριμία του Τηλέμαχου με τη Σοφία, η μετάβαση απ’ τον πληθυντικό στον ενικό, η φιλία. Μεταξύ όλων μας Ακολούθησαν περίπου τριανταπέντε χρόνια στενής συνεργασίας μας στη Νέα Πορεία,στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρίας Λογοτεχνών, στην επιμέλεια της έκδοσης πολλών βιβλίων μου.

Θα μπορούσε άνετα να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο για όλα αυτά και για πολλά άλλα. Και πάλι να αφήσω τα μισά απ’ έξω. Δεν πρόκειται  βέβαια ποτέ να το χωνέψω ότι ο Τηλέμαχος δεν θα είναι εκεί. Ψηλός, ευγενικός, αυστηρός μα και οικείος, περιτριγυρισμένος από βιβλία, περιοδικά, χειρόγραφα, εκείνος που ήξερε σχεδόν τους πάντες και τα πάντα στον χώρο τους κι εκείνος που αισθανόταν ταγμένος να υπηρετήσει απαρέγκλιτα το «δέον» στη λογοτεχνία. Δεν πρόκειται να χωνέψω ποτέ ότι δεν θα μπορώ πλέον, περνώντας απ’ τη Βενιζέλου, να ανεβώ επάνω για έναν καφέ και μια φιλική κουβέντα. Για να τον ακούσω να του διαβάζει ένα καινούριο διήγημά του.

 Έμαθα πολλά απ’ τον Τηλέμαχο. Έμαθα για τη γειτονιά μας, για κείνους που είχαν προηγηθεί, για όσα είχαν γίνει στην Κατοχή και αργότερα. Γεγονότα και λεπτομέρειες απίθανες απ’ τα βιβλία του και ιδίως προφορικά απ’ τον ίδιο.Έμαθα για τις παλιές λογοτεχνικές παρέες στην πόλη μας, έμαθα ότι το «καλό» είναι μεγάλη κουβέντα για ένα βιβλίο, έμαθα ακόμα να μην υποκύπτω στις ευκολίες, να είμαι ο πρώτος και ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού μου. Να προσπαθώ να τιθασεύσω την οργή που φούντωνε μέσα μου απ’ την προκλητική αδικία, από την άγνοια και την ανοησία στον περίγυρο, την περίφημη «ελληνική πραγματικότητα». Άσχετα αν ήταν αδύνατον να τα εφαρμόσω πάντοτε κι αν, με την έκρηξή μου, έχανα συχνά το δίκιο μου.

 Έμαθα ακόμη να συνεργάζομαι αρμονικά με έναν αληθινό επαγγελματία της τέχνης, που είχε διαφορετική οπτική,διαφορετική στάση στη ζωή. Έμαθα. Κι ας αμφισβητούσα τα πάντα, κι ας πίστευα ότι δεν είχα πια τίποτα να μάθω.  Όχι ότι δεν είχαμε τις διαφωνίες μας ή και τα λάθη και ότι δεν είχε επικρατήσει μεταξύ μας για ένα διάστημα μια βουβαμάρα. Όμως, πάντοτε υπερίσχυε η εκτίμησή μου γι' εκείνον και η δική του τρυφερότητα για τον μικρότερο. Πάντοτε υπερίσχυε όχι η οποιαδήποτε λογοτεχνική σκοπιμότητα ή συμφέρον, αλλά η ζεστασιά, η θαλπωρή της γειτονιάς, κάτι σαν το καθαρό χαλάκι στην εξώπορτα, εκείνο το φευγαλέο άρωμα απ’ τα περασμένα.

 Όλα αυτά τα χρόνια, τον υπερασπίστηκα όπως μπορούσα στο δίκιο του κι εκείνος υπερασπίστηκε το δικό μου. Χάρη δεν θέλησα ποτέ και χάρη εκείνος δεν μου έκανε. Εκτός ίσως από την κατανόηση, την εγκαρτέρηση που έδειχνε στις απόλυτες αντιλήψεις μου και σε μερικά ξεσπάσματά μου.  

Και κάθομαι και σκέφτομαι τώρα τι ήταν ο Τηλέμαχος και τι έχει απομείνει, τι θα απομείνει από τον ίδιο και το έργο του. Συχνά έλεγε σκωπτικά ότι «στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν στρατιώτες, όλοι είναι στρατηγοί». Συχνά έλεγε ακόμη ότι «όσο ζει κανείς, έχει καλώς, όταν πεθάνει, όλοι βιάζονται να τον ξεχάσουν». Κι έφερνε για παράδειγμα τον σπουδαίο Σπανδωνίδη και άλλους.

Ε, λοιπόν, πέρα απ’ την  οποιαδήποτε αποτίμηση των ειδικών για το έργο του και τη γενικότερη προσφορά του, για μένα ο Αλαβέρας ήταν ένας κυβόλιθος. Από κείνους που θεμελιώνουν μια συνέχεια στον μεγάλο δρόμο της λογοτεχνίας. Μπορεί όσοι βαδίζουν αργότερα αυτόν τον δρόμο να μην τον προσέχουν ιδιαίτερα, να θεωρούν τη θέση και τη δύναμή του φυσική και αυτονόητη. Ωστόσο, αυτός και μερικοί ακόμη σαν κι αυτόν είναι που στηρίζουν τα δικά τους βήματα.

Ύστερα, με τρόπο παράξενο, έρχεται στο μυαλό μου ένα παιδί της γειτονιάς που πια μεγάλωσε, το χαμόγελο που προσπαθεί να κρύψει και η λάμψη στα μάτια του που δεν κρύβεται. Αυτό είναι που επιμένει και η φράση «έλα τώρα, ρε μπαγάσα». Και λέω τότε ότι ο Τηλέμαχος ήταν ένα ψηλό δέντρο με βαθιές ρίζες, που αντλεί απ’ τη γη κι  από τον ουρανό. Το δέντρο του δικού μας δάσους.