Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

Ανταμοιβή - 36 χρόνια αργότερα !!

                                      
ανταμοιβή

και μην παραγνωρίζετε τον κίνδυνο
εγώ αμείβομαι πλουσιοπάροχα
έχω μεγάλα δικαιώματα συγγραφικά
είμαι ένας Σάυλωκ παράξενος                                    
σας δίνω την ψυχή μου δώρο
και παίρνω τη δική σας την ψυχή
προσάναμμα μια φωτιάς πάντα καινούριας

(από τη συλλογή Ο μεθυσμένος ακροβάτης, 1979)   



31.3.2015

Μήνυμα στο facebook:


Τα ματια μου δεν μπορω να συγκρατησω. Η ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΑΠΕΡΑΝΤΗ. Σα να ηταν χθες πριν απο...χρονια σας πρωτοσυναντησα στο Λυκειο που πηγαινα στους Αμπελοκήπους. Ειχατε ερθει καλεσμενος του σχολειου και μας μιληστε. Για πρωτη φορα γνωρισα απο κοντα τον ΠΟΙΗΤΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΚΗΣ.

Ειχα γραψει κατι στιχους. Σας τους εδωσα διστακτικα. Περιμενα με αγωνια μια απαντηση Η απαντηση ηρθε μετα 2- 3 μηνες θαρρω. Το εχω ακομη το γραμμα θα το σκαναρω καποια στιγμη να σας το δειξω. ...''Οι στιχοι σου καθρεπτιζουν την αγνοτητα της παιδικης ψυχης σου Τόλης Νικηφόρου'' Με σημαδεψαν αυτες οι λεξεις δεν τι εβγαλα ποτε απο μεσα μου.

Παντα μαθαινα για εσας. Ηθελα να ξανα συναντησω. Τις συμβουλες σας τις κρατησα ως θησαυρο και το γραμμα σας το διαβασα στα παιδια μου. Η μεσαια ειναι 17 μαθαινει μουσικη, βυζαντινη παραδοσιακη, μαθαινει 4 οργανα παραδοσιακα και γραφει ποιηματα.
Το γραμμα σας μπορει να το διαβασε και 50 φορες. Καθε φορα που θελει να γραψει...ειναι σα σημειο αναφορας πια και γι αυτην τα λογια σας.

Και να που σημερα εντελως τυχαια βγαινει το ονομα σας στις προτασεις φιλων. Δεν πιστευα στα ματια μου. Αυτη ειναι τελκα η μαγικη πλευρα του διαδικτυου

Υποκλινομαι μπροστα στο μεγαλειο της ψυχης σας και στο ανεξιτηλο ταλεντο σας
με αγαπη απεραντη

Μαρια

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Φιλόλογοι με δίδαξαν και με μεγάλωσαν ...


           «Αυτός ο ανθρωπάκος με το καφέ κοστούμι ήταν ένα μυστήριο κάτω από το αμείλικτο φως της σχολικής ζωής. Μια τάξη εφήβων που όλα τα χλεύαζε, σε κείνον ήταν πρόθυμη όλα να τα συγχωρήσει. Να συγχωρήσει ότι είχε γυναίκα καθηγήτρια και δυο παιδιά με αρχαία ελληνικά ονόματα, να συγχωρήσει τις συμβάσεις και τις αδυναμίες του. Και να αισθάνεται ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει τίποτα για να του συγχωρήσει. Ενώ παρακολουθούσε και την παραμικρή γκριμάτσα του, έβρισκε εξαιρετικά χαριτωμένο το μπερεδάκι του, ρουφούσε τις καυστικές παρατηρήσεις του. Και τον είχε εκλέξει σύμβουλο της τάξης ομόφωνα και δια βοής.
            Εκείνος έκανε απλώς τα καθημερινά. Διάβαζε αρχαία ή νέα ελληνικά, διάβαζε ποίηση και πεζογραφία, και δεν απήγγειλε ποτέ. Έκανε τις επισημάνσεις του, έλεγε τις απόψεις του, μιλούσε για τις εμπειρίες του, όμως την περισσότερη ώρα άκουγε. Τους άκουγε, τους πρόσεχε, ενδιαφερόταν για τον πρώτο και για τον τελευταίο μαθητή. Και μια ματιά του αρκούσε όταν, καμιά φορά, σε κάποιο από τα εξημερωμένα τώρα θηρία ξυπνούσαν τα αρχέγονα ένστικτα.
            Αν ήταν ναύαρχος θα γελούσαν, αν ήταν πλοίαρχος θα τον αμφισβητούσαν, αν ήταν άλλος αξιωματικός του ναυτικού, θα αντιμετώπιζε τη δολοφονική ειρωνεία της τάξης. Αν ήταν μόνον ένας άξιος φιλόλογος, ένας ανώτερος, μια εξουσία, θα περιορίζονταν σε μηχανικές κινήσεις. Εκείνος όμως κατείχε επάξια τον μεγαλύτερο βαθμό στο ναυτικό, τον βαθμό που του είχαν απονείμει οι παλιότεροι και που απαιτούσε το ήθος της τάξης.
            Ήταν ο Μούτσος, ο δικός τους μούτσος. Αυτός που πρόφερε τις μαγικές λέξεις για να γαληνέψει η μανιασμένη θάλασσα. Ένας αλχημιστής της καθημερινότητας που κατείχε τη μυστική φόρμουλα, ίσως από την αρχαιότητα, για να μετατρέψει κάθε κοινό μέταλλο σε χρυσάφι. Ή μια συνηθισμένη ώρα διδασκαλίας σε συναρπαστική εξερεύνηση. Κι έτσι να οδηγήσει το καράβι της εφηβείας τους σε κάποιο άγνωστο αλλά ασφαλές λιμάνι. Έτσι να προστατέψει από τους άλλους και ιδίως από τον ίδιο τους τον εαυτό την, κάτω από σκληρό περίβλημα, σχεδόν απόλυτη αθωότητα της ηλικίας τους.

(απόσπασμα από το διήγημα Ο μεγαλύτερος βαθμός στο ναυτικό της συλλογής Νόστος, 2000)


Έχω αδυναμία στους φιλόλογους. Φιλόλογοι, έλληνες και ξένοι, κυρίως αμερικανοί, με δίδαξαν και με μεγάλωσαν, φιλόλογοι μετέφρασαν τα ποιήματά μου σε ξένες γλώσσες, φιλόλογοι μελέτησαν και έκριναν τη λογοτεχνική μου εργασία, φιλόλογοι με ανθολόγησαν και με βράβευσαν, φιλόλογοι έπαιξαν από πολλές απόψεις σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, δυο φορές με παρουσίασαν στον σύλλογό τους στη Θεσσαλονίκη, μία στο Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. και άλλη μία στη στη Βέροια, στους φιλόλογους της Ημαθίας. Και ένας νεώτερος φιλόλογος, ο Φώτης Συμεωνίδης, γύρισε ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή μου με τίτλο «Σ'΄αγαπώ-Ελογοκρίθη», που προβλήθηκε πριν μερικές μέρες στο 17ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης.

Στην σύγχρονη ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, ο κατάλογος των φιλόλογων που ήταν ταυτόχρονα σπουδαίοι ποιητές και πεζογράφοι είναι ατέλειωτος. Από τα χρόνια του Ανατόλια, θα μνημονεύσω τον αγαπημένο μας Τάσο Γεωργοπαπαδάκο, για τον οποίο έγραψα το παραπάνω διήγημα χωρίς ίχνος υπερβολής, και τους Νίκο Παπαχατζή, Θόδωρο Μαυρόπουλο, Χρήστο Φράγκο, Λάμπρο Παραρά, Γιώργο Μιχαλόπουλο. Και τους αξέχαστους αμερικανούς φιλόλογους Billy Compton και Osborn Smallwood.

Τι έμεινε τελικά από όλα αυτά; Να εκπληρώσει κανείς τον προορισμό του, να είναι συνεπής, να τιμήσει εκείνο που του δόθηκε. Έτσι μπορώ για μια φορά ακόμη να γυρίσω τώρα στους φιλόλογους των εφηβικών μου χρόνων αλλά και σε όλους τους φιλόλογους της ζωής μου, να τους ευχαριστήσω με όλη μου την καρδιά και να τους πω ότι δικαίωσα τις προσδοκίες τους, ότι φάνηκα συνεπής στη ζωή μου. Τόσο απλά.  Ευχαριστώ.
 

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Η ποίηση όμως δεν κινδυνεύει


ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΟΥ «Μ» ΚΩΣΤΑ ΚΡΕΜΜΥΔΑ
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ '90
(τεύχος 28, Σεπτέμβριος 2002) 

Τα ερωτήματα που κατά καιρούς διατυπώνονται δημοσίως ως προς την πορεία της τέχνης και της λογοτεχνίας, την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ρευμάτων, ανησυχιών και διαλόγου ναι μεν είναι εύλογα, πλην όμως γνωστά. Αυτό που θα ήταν συνεισφορά, είναι η διατύπωση ουσιαστικών προτάσεων που θα συνέβαλαν πραγματικά στο ξεκίνημα ενός διαλόγου. Τα ερωτήματα είναι κοινά, οι απαντήσεις είναι το ζητούμενο∙ αν και συνήθως αποφεύγονται τόσο τα πρώτα, όσο και οι δεύτερες. Σημασία έχει το «φαίνεσθαι» και το «προβάλλεσθαι» παντοιοτρόπως και ποικιλοτρόπως. Η ατομική υπεροχή μέσω μιας αυτιστικής συμπεριφοράς όχι μόνο αποτρέπει την παραχώρηση ζωτικού χώρου στον άλλο, αλλά αντιθέτως επιβάλλει την αποσιώπηση των απόψεων, όταν δεν κατορθώνεται η πλήρης εξαφάνισή τους. Ο διάλογος προϋποθέτει αποδοχή∙ ο σύγχρονος πολιτισμός δημόσιες σχέσεις. Οι καινούριες ιδέες και τα νέα ρεύματα δεν εξασφαλίζονται με κεντρικούς προγραμματισμούς, με διακηρύξεις, κρατικές χορηγίες ή κομματικές αναρριχήσεις, όταν μάλιστα συστηματικά αγνοούνται και συχνά περιθωριοποιούνται οι ίδιοι οι δημιουργοί των ιδεών και των ρευμάτων.
Μακριά από μας η μακαριότητα ενός καλοβαλμένου μικρόκοσμου. Προσεκτικοί σε μανιφέστα, παραμένουμε εν τούτους πρόθυμοι σε συνεργασίες, συλλογικότητες κι απόψεις που αναγκαστικά προχωράνε τη σκέψη και την ελπίδα μας. Παλιότερο όνειρο του συνεργάτη μας Χρήστου Ηλιόπουλου ο διάλογος για την τέχνη από τις στήλες του «Μανδραγόρα»∙ όμως στην κοινωνική συγκυρία της ιδιωτικότητας και της απομόνωσης ο διάλογος μέσα από το περιοδικό παρέμενε ανεκπλήρωτη επιθυμία μας. Απρόσμενη η ζεστή και ουσιαστική συμβολή του Τόλη Νικηφόρου μας κέντρισε για δημοσίευση (κι όχι μονάχα για τα επαινετικά εισαγωγικά του σχόλια). Πρόθυμοι για τη συνέχεια παραμένουμε διαθέσιμοι και διατεθειμένοι.
«Μ»    

Φίλε μου Κώστα, 

Ευχαριστώ θερμά για τα δώρα σου. Τα ωραία, τα ενδιαφέροντα, τα ερεθιστικά. Την «Ανθολογία Ποίησης της Γενιάς του '90 Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς», τα ποιήματά σου «Μηνύματα σε κινητό» και τα ποιήματα του Αλέξανδρου Αραμπατζή «Δύο Δρυοκολάπτες δραπετεύουν από το Δρυοκολαπτεκκολαπτήριο» (με προσοχή αυτή τη λέξη, ε;)
Τα βιβλία του Μανδραγόρα, εκτός από την όραση, απευθύνονται στην όσφρηση και στην αφή μου, μου δίνουν μια αίσθηση του εξ αποστάσεως οικείου και του ερωτικού. Μακάρι να 'ξερά γιατί. Ίσως επειδή αναδίδουν τον πόνο, το μεράκι και τον έρωτα εκείνων που τα γέννησαν. Χώνονται, λοιπόν στα χέρια μου, κι εκεί, σαν πλάσματα ζωντανά (που είναι), μοσχοβολούν, χαϊδεύονται, μου εμπιστεύονται τα μυστικά τους. Όχι όλα. Όσα είναι ασφαλές για όλους να γνωρίσουμε.
Τρία τα βιβλία, τρεις και οι απαντήσεις. Πρώτα για την ανθολογία. Τη διάβασα με εξαιρετικό ενδιαφέρον, από τη σύντομη εύστοχη εισαγωγή σου και τη διορατική αναλυτική παρουσίαση της Αγγελικής Κωσταβάρα, ως τα αντιπροσωπευτικά δείγματα της δουλειάς των 35 νέων ποιητών. Να σκεφτείς ότι, ως τώρα, ήξερα μόνο τον Γιώργο Λίλλη και την Αριστέα Παπαλεξάνδρου, κι αυτούς χάρη στις εκδόσεις του Μανδραγόρα.
Μίλησες για διάλογο (τα ίδια τα κείμενα τον προκαλούν), και αισθάνθηκα αμέσως την ανάγκη να ανταποκριθώ. Πρώτα απ' όλα για να πω πόσο χάρηκα με την παρουσία της πολύχρωμης νεότατης γενιάς, με τα τόσο ζωντανά και προικισμένα αυτά παιδιά που μερικές φορές μου θύμισαν τη δική μου πίκρα, οργή και απελπισία όταν τύπωσα τους Άταφους το 1966, περίπου όταν γεννήθηκε ο μεγαλύτερός τους. Και το συμπέρασμα; Όχι, η ποίηση δεν κινδυνεύει. Ούτε από τα μεγάλα συμφέροντα, ούτε από τους εμπόρους που δεν την προωθούν, ούτε από την εξουσία, το υπουργείο παιδείας, τις κρατικές επιτροπές και τον τύπο, ούτε από το καταναλωτικό πρότυπο της κοινωνίας και τη γενική αποχαύνωση. Αρκεί να έχουμε όλοι επίγνωση των ορίων μας και του προορισμού μας. Όπως διαισθάνομαι ότι συμβαίνει με αυτούς τους νέους ποιητές.
Και βέβαια συμφωνώ με τις περισσότερες από τις διαπιστώσεις και τις παρατηρήσεις σας, τις δικές σου και της Αγγελικής. Θα ήθελα όμως να σας υπενθυμίσω τις κοινωνικές συνθήκες και την κατάσταση του ανθρώπου σε προηγούμενες εποχές, να επισημάνω την αναλλοίωτη φύση του ποιητικού φαινομένου και τη στάση του ποιητή σ' αυτόν τον αποτρόπαιο κόσμο που είναι ταυτόχρονα και κόσμος των θαυμάτων.
Ο κάθε ποιητής ζει με την αυταπάτη της μοναδικότητας. Της μοναδικότητας των συνθηκών μέσα στις οποίες διαδραματίζεται η προσωπική του περιπέτεια, της μοναδικότητας της ποιητικής του έκφρασης, της μοναδικότητας της γενιάς του. Και, βέβαια, της μοναδικότητας των δικών του συγκινήσεων, του δικού του έρωτα, των δικών του απογοητεύσεων, των δικών του κοινωνικών και υπαρξιακών προβλημάτων. Και είναι φυσικό αυτό, αφού ο δημιουργός ιδιαίτερα αλλά και κάθε άνθρωπος είναι προορισμένος να ανακαλύπτει τον κόσμο απ' την αρχή.
Μετά από τόσες διαψεύσεις, μετά από δεκαετίες άγχους και κατάθλιψης και μέσα σε τόσες θηριωδίες και απειλές, πρώτος εγώ θα έλεγα ότι ζούμε σε μια τραγική εποχή. Με τον θάνατο και την πορνεία να παρελαύνουν ξετσίπωτα στις οθόνες και νέους εφιάλτες να προβάλουν κάθε τόσο στον ορίζοντα. Όπως εξάλλου το έχω εκφράσει στα βιβλία μου. Ποια εποχή όμως υπήρξε καλύτερη; Στην Ελλάδα, τις ευρωπαϊκές και τις άλλες χώρες; Μήπως το σφαγείο των χαρακωμάτων του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η μικρασιατική καταστροφή και η προσφυγιά, οι δικτατορίες του μεσοπολέμου, η γραμμή παραγωγής που έστησαν οι ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης με πρώτη ύλη τα κουφάρια των αθώων, οι δυο ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία, το εκ των προτέρων καταδικασμένο αντάρτικο, ο ψυχρός πόλεμος και η ισορροπία του πυρηνικού τρόμου, η δικτατορία των ηλιθίων; Η μήπως η άγρια φτώχεια, η καταπίεση και η καθολική κοινωνική υποκρισία, η σκλαβιά των γυναικών και, παλιότερα, η ελέω θεού εξουσία, ο μεσαίωνας και η κληρικοκρατία. Με το προσδόκιμο της ζωής στα τριάντα και τα σαράντα χρόνια. Όπου και να ανατρέξει κανείς με καθαρό μυαλό, βλέπει ουσιαστικά το ίδιο έργο, την ίδια τραγωδία, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Απλούστατα, τότε είχαμε το προνόμιο της άγνοιας, ξέραμε μόνο τη γειτονιά μας και λίγο παραέξω, δεν εισέβαλε η φρίκη κάθε μέρα στο καταφύγιό μας.
Κατά τη γνώμη μου, η αλήθεια είναι ότι το πλάσμα που σηκώθηκε στα πισινά του πόδια κάπου στη Νότια Αφρική πριν ένα με ενάμισι εκατομμύριο χρόνια και ονομάστηκε homo erectus, εξακολουθεί να ζει την προϊστορία του. Ένα ανθρωποειδές στην κορυφή της διατροφικής αλυσίδας, ικανό για το καλύτερο και, ιδίως για το χειρότερο, βυθισμένο στην αμάθεια και την αυταρέσκεια, ένας φονιάς των άλλων πλασμάτων αλλά και των ίδιων των αδελφών του. Που ωστόσο έχει τη δωρεά να ρωτάει, να αγωνίζεται και να ματώνει για να φθάσει κάπου αλλού, να αγγίσει το φως και την ουτοπία. Η Ελλάδα, λοιπόν, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, πάντοτε βούλιαζε μέσα στα σκατά. Την εποχή του Αναγνωστάκη μάλιστα, που ήταν και δικά μου παιδικά χρόνια, τα σκατά ήταν πιο δύσοσμα, μέσα στο περιτύλιγμα των υποσχέσεων και των ψευδαισθήσεων και έπνιξαν την ωραιότερη ίσως γενιά των ρομαντικών και ονειροπόλων, για να διαπιστώσουν οι επιζήσαντες εκ των υστέρων ότι το κιβώτιο ήταν αδειανό. Όπως ισχύει και για τον νόμο, είναι σκληρή η αλήθεια, αλλά παραμένει η αλήθεια. Και ποίηση, με τον δικό μου ορισμό, είναι η δια του λόγου αναζήτηση της αλήθειας.
Για ποια άνθιση (κάποτε) της ποίησης λοιπόν μιλάμε, και για ποιον εξοβελισμό της (τώρα) από την κοινωνία; Ποιος ενδιαφερόταν ποτέ για την ποίηση; Ο Σεφέρης δεν τύπωνε τα βιβλία του σε 300 αντίτυπα; Αποφοίτησα από το Ανατόλια το 1957, ένα σχολείο με φιλελεύθερη παράδοση, καταφύγιο αριστερών καθηγητών, με λαμπρούς φιλολόγους, όπως ο Παραράς, ο Γεωργοπαπαδάκος, ο Παπαχατζής και ο Μιχαλόπουλος, και αποφοίτους εκείνης της δεκαετίας, μεταξύ των άλλων, τον Βασίλη Βασιλικό, τον Περικλή Σφυρίδη, τον Ανέστη Ευαγγέλου, τον Σάκη Παπαδημητρίου. Πόσοι διάβαζαν ποίηση σε μια τάξη 110 εφήβων ; Πέντε ή εφτά; Στα γραφεία της μεγάλης εταιρίας στο κέντρο του δυτικού Λονδίνου, όπου εργάστηκα. (1967-1971), κανένας από τους δεκάδες άγγλους, αμερικανούς και πολλών άλλων εθνικοτήτων συναδέλφους μου (αστούς πτυχιούχους), δεν είχε ποτέ του διαβάσει ποίηση. Και βέβαια την αντιμετώπιζε, όπως λέτε, με την χλεύη (του χωριάτη), με ειρωνική συγκατάβαση (του πνευματικά καθυστερημένου) ή αδιαφορία (του απαίδευτου). Ή με ανοιχτό το στόμα (του δεκτικού αλλά ανίδεου).
Μόνον κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, και ιδίως τη δεκαετία μετά την κατάρρευσή της, υπήρξε μια άνθιση της ποίησης που ονομάστηκε στρατευμένη ή κοινωνική. Αυτό το προσωρινό φαινόμενο, σαν εκρηκτική αντίδραση στην καταπίεση και σαν μια διεκδίκηση του ονείρου, με ολόψυχη δική μου συμμετοχή, έσβησε φυσιολογικά για να κυριαρχήσει πάλι ο βόθρος. Ακόμη και τότε όμως, όταν μπαίναμε στον χώρο μιας λογοτεχνικής εκδήλωσης, γνωρίζαμε τους περισσότερους, από τους εικοσιπέντε ή τριάντα που είχαν προσέλθει, από το πίσω μέρος του κεφαλιού τους.
Είναι παρήγορο έως ζωτικό να εξωραΐζει κανείς το παρελθόν, να νοσταλγεί τα νιάτα του και την αθωότητα, να λέει εμείς ήμασταν διαφορετικοί, άλλος ο κόσμος τα χρόνια εκείνα. Οι στίχοι όμως κινητοποιούσαν τις μάζες και ανέτρεπαν καθεστώτα μόνο στη φαντασία του ποιητή. Σε ποιούς προκάλεσε αναστάτωση η γενιά του '30; Σ' εσένα, εμένα και τον Αρανίτση; Και σε μερικές εκατοντάδες έως χιλιάδες ακόμη; Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού χαμπάρι δεν πήρε ποτέ, αν καν υπήρξε μια γενιά του '30. Πληροφορήθηκε, βεβαίως, για Νόμπελ, βραβεία Λένιν και άλλα τέτοια ανέκδοτα.
Στη σκληρή πραγματικότητα, η ποίηση είναι μια ανταρσία από τους ελάχιστους και για τους ελάχιστους. Καθώς συνιστά μια επώδυνη και συγκλονιστική μετάβαση από τον κόσμο της καθημερινής κτηνωδίας στον μόλις ορατό κόσμο των θαυμάτων. Καθώς, από τη μια μεριά, προϋποθέτει μεγάλη δωρεά, καλλιέργεια και ευαισθησία τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη, κι από την άλλη θίγει την ίδια την υφή της καθημερινότητας. Της καθημερινότητας που ελάχιστα μεταβάλλεται με οποιοδήποτε κοινωνικό καθεστώς.
Πώς να αρέσει στον οποιονδήποτε νοικοκύρη, τον κύριο ή την κυρία τάδε, υπάλληλο, επιστήμονα, εργάτη, να μπαίνει κάποιος στο σπίτι του και να κατουράει στα ασημικά του;Πώς να ανεχθεί ο οποιοσδήποτε υποταγμένος να θίγονται τα ζωτικά του ψεύδη, να εξευτελίζονται τα υλικά του επιτεύγματα, να κλονίζονται τα θεμέλια της ζωής του, να απειλούνται οι συμβάσεις του, τα πρότυπα και οι εντολές του κράτους, της εκκλησίας, του τύπου, της παράδοσης; Εκτός και αν η ποίηση είναι ανώδυνη (οπότε αναιρείται η ίδια της η υπόσταση), όπως τα γνωστά χαζολογήματα που δημοσιεύονται κατά κόρον σε φυλλάδες και παραλογοτεχνικά περιοδικά.
Η ποίηση είναι ανατρεπτική (για τους ελάχιστους δεκτικούς και επαρκείς) και ο ποιητής περιθωριακός από τη φύση του. Ένας χαρισματικός αποσυνάγωγος, ένα επικίνδυνο αδέσποτο σκυλί. Γι' αυτό και ο θανάσιμος εχθρός του, η κάθε είδους εξουσία σε κάθε χώρα και εποχή, επιδιώκει να τον αλιεύσει από τον δρόμο και να τον εγκαταστήσει στην άνεση του καναπέ, να μεταποιήσει το αδέσποτο σε οικόσιτο. Να τον εξαγοράσει με τιμές, οφίκια, βραβεία, να τον γελοιοποιήσει (που είναι το ίδιο ουσιαστικά), ή να τον συκοφαντήσει. Και, στην καλύτερη περίπτωση, τον αγνοεί.
Νομίζω ότι οι ποιητές της νεότατης γενιάς ήδη διαισθάνονται την αλήθεια αυτή, όπως επισημαίνει και η Αγγελική Κωσταβάρα. Έτσι κι αλλιώς όμως, σύντομα θα την συνειδητοποιήσουν. Σύντομα θα κληθούν να απαντήσουν σε αμείλικτα ερωτήματα, να επιβιώσουν ως ποιητές ή να χαθούν. Γιατί κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν τόσοι και τόσοι ποιητές των προηγούμενων γενεών μετά το πρώτο ή το δεύτερο βιβλίο; Παρά το αναμφισβήτητο ταλέντο τους; Οι νέοι ποιητές γράφουν για τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα, για κάποιο πιστοποιητικό από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής τους; Ή μήπως γιατί αυτή είναι η εσωτερική τους εντολή, γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς; Αναγνωρίζουν το πεπρωμένο τους, την επιταγή για τη μυστική τους ολοκλήρωση;Εισπράττουν την ανταμοιβή τους πρώτα από τον ίδιο τους τον εαυτό, και μετά από τα λιγοστά αδέλφια τους; Θα μπορούσαν να ζήσουν αν κάποιος ή κάτι τους εμπόδιζε να γράψουν; Θα συνέχιζαν να χαράζουν τις λέξεις τους στο γρανίτη της σπηλιάς τους, έστω και αν ποτέ κανένας δεν ανακάλυπτε το ερημητήριό τους; Θα συνέχιζαν να γράφουν αν πίστευαν, όπως εγώ, ότι τελικά όλα θα γίνουν χώμα και δεν θα μείνει απολύτως τίποτα;
Είμαι βέβαιος ότι και η νεότατη γενιά με τη σειρά της, σύντομα θα γίνει ορατή (ό,τι και να σημαίνει αυτό), θα εκδώσει τα λογοτεχνικά περιοδικά της, θα κάνει τις κωλοτούμπες και τις αμοιβαίες εξυπηρετήσεις της, θα στείλει τους ευνοούμενούς της στις τοπικές και διεθνείς εμποροπανηγύρεις, θα συμμετάσχει σε δεξιώσεις και πολιτιστικές ολυμπιάδες, θα τιμηθεί (!) με λογοτεχνικά βραβεία. Ελάχιστη σχέση θα έχουν όμως όλα αυτά με την αξία των ποιητών, και απολύτως καμία με το μεθυστικό και ανεξιχνίαστο μυστήριο του ποιητικού φαινομένου.
Από τις διακόσιες συμμετοχές και από τους τριανταπέντε που επιλέξατε, προβλέπω ότι οι περισσότεροι θα χαθούν. Η ποίηση όμως δεν κινδυνεύει, θα συνεχίσουν οι υπόλοιποι. Κι ανάμεσά τους, εκείνοι που τους είναι αδύνατον να παραβούν την εντολή. Εκείνοι που πυρπολούνται, και γνωρίζουν ότι κανείς μα κανείς σ' αυτό τον μάταιο κόσμο δεν μπορεί να τους εμποδίσει να εκπληρώσουν τον προορισμό τους. Να πουν τα δυο τους λόγια, λόγια περηφάνειας και ελευθερίας, να προσεγγίσουν με θαμπωμένα μάτια την ουτοπία, πριν φύγουν κι αυτοί με τη σειρά τους, να περπατήσουν σχεδόν τυφλοί στα σκοτεινά, μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες, σφίγγοντας το ένα χέρι τους με το άλλο σαν νιώθουν μόνοι.
Ευχαριστώ και πάλι
με φιλικούς χαιρετισμούς και αγάπη

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Θανάσης Κωσταβάρας : «..΄είναι προνόμιο της ποίησης να κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι, σαν παράνομος τύπος»




Με τον σημαντικό ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς Θανάση Κωσταβάρα (1927-2007) είχαμε επί μερικές δεκαετίες μια θερμή φιλία με ανταλλαγή βιβλίων και επιστολών και χωρίς να έχουμε συναντηθεί ποτέ. Συμβαίνουν αυτά στη ζωή και τώρα με το διαδίκτυο το καταλαβαίνουμε όλοι πολύ καλύτερα. Βρήκα λοιπόν στα αρχεία μου μια προ εικοσαετίας επιστολή του για την ποιητική συλλογή μου Το Διπλό Άλφα της Αγάπης, 1994 (οριστική συμφιλίωσή μου και ύμνος για τη γενέθλια πόλη μετά τις Ξένες Χώρες, 1991), επιστολή που πιστεύω ότι παρουσιάζει και γενικότερο ενδιαφέρον ως προς το ποιητικό φαινόμενο, και την προσθέτω, συγκινημένος και πάλι, στα Μυστικά και Ντοκουμέντα.   


Αθήνα 27-5-94


Αγαπητέ φίλε Τόλη Νικηφόρου,

        Είναι ωραίο, αγαπητέ φίλε και πάλι, να επικοινωνούν οι ποιητές και είναι προνόμιο, νομίζω, της ποίησης να κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι, σαν παράνομος τύπος, έξω βεβαίως από εμπορικά και άλλα κυκλώματα, γιατί έτσι διατηρεί την αυθεντικότητά της, γι΄ αυτό σ' ευχαριστώ για το βιβλίο σου, που είχες την καλοσύνη να μου στείλεις.  
        Μιλώντας λοιπόν για τα ποιήματα, μιλώ για την αίσθηση ζωής που μας ωθεί να γράψουμε. Και αν δεν μπορώ να ανακαλύψω αυτήν ακριβώς την αίσθηση σε ό,τι διαβάζω (διαβάζουμε), τότε η ποίηση μού (μάς) φαίνεται άνευρη.
         Δεν υπάρχει αμφιβολία, αυτή την αίσθηση την βρήκα στο «Διπλό Άλφα της Αγάπης» που ενοποιεί τα ποιήματα της συλλογής, καθώς αποκτούν μια στέρεη ποιητική οπτική, αυτή που επικεντρώνεται με συγκινησιακή εμμονή στη Πατρίδα, στη γενέθλια πόλη. Γιατί καλά το συναισθάνθηκες, από κει αρχζουν και αξιώνονται όλα, από κει κανείς ορμώμενος δένει σ' έναν σφιχτό κύκλο την Αγάπη με τη φθορά και τον θάνατο, χωρίς να καταλήγει στο Μηδέν, αλλά στην αέναη συνέχεια.
        Όταν σωματοποιείται ποιητικά η Πατρίδα, η αγάπη αποκτά το μέγιστο νόημά της, γειώνεται για να αντλήσει έξαρση και δύναμη, επειδή η Πατρίδα μας έχει διαμορφώσει: μας εμπεριέχει και την περιέχουμε.
        Αυτή η σωματική συν-βίωση της γενέθλιας πόλεως, της οποίας ως αναγνώστης αισθάνομαι την εγκαυστικήν εγγύτητα, σφραγίζει την εντύπωση που αποκομίζει κανείς. Και η αλήθεια της Αγάπης, που δεν ανέχεται ρητορισμούς, απαιτεί έναν εσώτατο κραδασμό για να είναι πειστική κι αυτός ο κραδασμός ρυθμίζει τη μουσικότητα του λόγου και τον καταξιώνει. Επειδή μόνον η Ποίηση έχει το προνόμιο να διαπερνά ως μοναδικό βαθύ βλέμμα το πρόσωπο της αγάπης (όποιο όνομα κι αν έχει) και να το αντιτάσσει στον θάνατο.
       Πιστεύω πως αυτός ο κύκλος Αγάπη-Θάνατος-Πατρίδα, που μέσα του βρίσκει νόημα η Ύπαρξη, δεν τελειώνει για σένα, αφού κανείς, όσο αξιώνεται να εμβαθύνει, τόσο ανεξάντλητος γίνεται.
        Βλέπεις όταν πορεύεσαι στις Ξένες Χώρες, επιποθώντας την εξερεύνηση, αμείβεσαι από την Ποίηση με επικλήσεις που οδηγούν στη ταυτοποίηση με τη γενέθλια πόλη. Δηλαδή, με την πιο μεγάλη επιβεβαίωση ότι υπάρχεις ως Ποιητής.

                                                                                         Σε ευχαριστώ και  πάλι
                                                                                         Σε χαιρετώ με αγάπη
                                                                                         Θανάσης Κωσταβάρας

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Συνέδριο - Τα συγγραφικά δικαιώματα - 5 Δεκεμβρίου 1981

Θεωρώ ότι έχει ενδιαφέρον η σύντομη ομιλία μου στο συνέδριο αυτό στην αίθουσα της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης πριν 33 χρόνια. Ήταν μια εποχή ελπίδας για την αλλαγή στην πατρίδα μας. Ήταν μια εποχή αισιοδοξίας και αγώνα. Νέος λογοτέχνης εγώ τότε, είχα το θάρρος να μιλήσω ξεκάθαρα στους γνωστούς και καθιερωμένους συγγραφείς από την Αθήνα και την υπόλοιπη Ελλάδα. Το τι έγινε αυτή η ελπίδα, αυτά τα δικαιώματα και αυτές οι υποχρεώσεις είναι γνωστό σε όλους. 



Με μεγάλη χαρά άκουσα τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες εισηγήσεις, ανακοινώσεις, παρεμβάσεις τις τρεις αυτές μέρες του συνεδρίου μας. Όλες σχεδόν οι διεκδικήσεις που διατυπώθηκαν είναι σωστές και δίκαιες και τις συμμερίζομαι απόλυτα. Μου έκανε όμως εντύπωση το γεγονός ότι οι περισσότεροι ομιλητές κινήθηκαν σε προκαθορισμένα και στενά πλαίσια. Ακόμη, το γεγονός ότι ελάχιστα πράγματα αναφέρθηκαν για τις υποχρεώσεις των λογοτεχνών. 

Θα ήταν χρήσιμο και εποικοδομητικό να αναλογιστούμε όλοι τις δικές μας ευθύνες στην ιστορική στιγμή και στον χώρο που ζούμε. Τις δικές μας ευθύνες για την κατάσταση που με τόσο ζοφερά χρώματα περιγράψαμε. 

Υποστηρίζω ότι ο λογοτέχνης έχει χρέος να τονίσει, χωρίς μισόλογα και υπεκφυγές, πως ο βασικός υπεύθυνος για την κατάσταση του βιβλίου στη χώρα μας είναι η κυρίαρχη ιδεολογία και η σκοταδιστική πολιτική των εκφραστών της τα τελευταία πενήντα χρόνια. 

Υποστηρίζω ότι συνυπεύθυνοι είναι πολλοί λογοτέχνες με την αριστοκρατική και αποκλειστική στάση που τήρησαν στο έργο τους και στην πράξη της ζωής τους. 

Υποστηρίζω ότι πρέπει να στιγματιστούν το βόλεμα και η αδράνεια, η έλλειψη αγωνιστικότητας για την αλλαγή των απαράδεκτων κοινωνικών συνθηκών. 

Μέσα στην άγνοια και την αμάθεια και όταν διακυβεύεται η ίδια η ύπαρξη του ανθρώπου και του πολιτισμού του, ο ρόλος του λογοτέχνη είναι ένας ρόλος ανατρεπτικός. Τον ανατρεπτικό αυτό ρόλο εκπλήρωσε σε κάποιο βαθμό, έστω και χωρίς πρόθεσή του, ο ποιητής Γιώργος Βαφόπουλος, μιλώντας με εφηβικό πάθος για τις λαϊκές βιβλιοθήκες. Τον ανατρεπτικό αυτό ρόλο θα πρέπει να συνειδητοποιούμε κάθε πρωί όλοι μας, κοιτάζοντας με μια παρθενική ματιά τον κόσμο. Αυτό αποτελεί χρέος της τέχνης μας αλλά και την υπέρτατη δικαίωσή της. 

                                                                                                              Τόλης Νικηφόρου

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

΄«.... μια ποίηση απελπισμένη και γενναία ...»

Ψάχνοντας τα αρχεία μου, ανακάλυψα μια επιστολή του σημαντικού Πειραιώτη ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, Στέλιου Γεράνη (1920-1993), για το ποιητικό βιβλίο μου «Ο μεθυσμένος ακροβάτης», 1979. Η ζεστασιά που εκπέμπει στην επιστολή αυτή ο Στέλιος Γεράνης, η διορατικότητα και οι σωστές, κατά τη γνώμη μου, επισημάνσεις του με κάνουν να τη θέσω υπόψη σας απόψε στο ιστολόγιό μου. Όταν μάλιστα ένας ώριμος και ήδη καταξιωμένος ποιητής εκφράζει τη γνώμη του για ένα από τα πρώτα βιβλία ενός ποιητή της επόμενης γενιάς. Και όταν, ΄35 χρόνια αργότερα, η επιστολή αυτή, υπόδειγμα λιτότητας και ουσίας, φαίνεται σαν να είχε γραφτεί χτες.


Πειραιάς, 18-8-1979

Φίλε κ. Νικηφόρου,

       Στον «μεθυσμένο ακροβάτη» σου,  βρίσκω μια ποίηση χωρίς λυρικές καταχρήσεις, απελπισμένη και γενναία, ποίηση που κατορθώνει να είναι και να σημαίνει, σε νόμιμη διάσταση με τις απόψεις των σουρρεαλιστών και συγκεκριμένα του Ρενέ Σαρ, που μας λέει : «η ποίηση δεν πρέπει να σημαίνει αλλά να είναι».Και όποιος  - όπως εσύ -  κατορθώνει να γράφει ποίηση που να είναι και να σημαίνει, είναι νομίζω καλύτερα οπλισμένος, με τους στίχους παρά πόδα, που σκοπεύουν στο κέντρο της εποχής μας, χωρίς να χάνουν τίποτα από την ιδιαίτερη εκείνη μαγεία, που επιδιώκει η μοντέρνα ποίηση.

      Η δική σου ποίηση έχει δυο κέντρα εξακοντισμού. Το ένα βρίσκεται στο ποίημα «Ελλάδα "79» και το άλλο στο «Τραγούδι του έρωτα». Τα υπόλοιπα εντάσσονται και συμπληρώνουν λεπτομέρειες γύρω από τις δύο αυτές κεντρικές εστίες. Από την απόγνωση, την απελπισία, την οργή, το σαρκασμό, περνάς σε άλλες λυρικές εκρήξεις του ποιητικού σου πάθους. Κι έτσι μπορείς κάποτε να τολμήσεις να πεις : «Το άπειρο μιλάει με τη φωνή μου» (σελ. 26). Νομίζω πως το λυρικό σου διϋλιστήριο δουλεύει καλά. Οι καθαρές ανθρώπινες ουσίες στιλβώνονται και οι ακάθαρτες, αν δεν αποβάλλουν τη νοθεία τους, μας κινούν να αποφύγουμε τις επικίνδυνες μολύνσεις.

                                                                                           Χαιρετισμός φιλίας
                                                                                           Στέλιος Γεράνης
           

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Οι ιδανικές διακοπές του Τόλη Νικηφόρου

Όλο το χειμώνα τις ονειρευόμαστε, τις σχεδιάζουμε για να βάλουμε μια δόση ήλιο στην χειμερινή κατήφεια. Και τώρα βρισκόμαστε όλοι στη γραμμή εκκίνησης και μετράμε τις μέρες μέχρι τη στιγμή που κάποιο καράβι, κάποιο αεροπλάνο, κάποιο αυτοκίνητο θα μας μεταφέρει στη χώρα τη ξενοιασιάς και της χαλάρωσης, με όλο το χρόνο δικό μας. Ποιες είναι οι ιδανικές διακοπές για τον καθένα από μας είναι μια τελείως προσωπική υπόθεση. Τέσσερις Θεσσαλονικείς συγγραφείς ο Ισίδωρος Ζγουρός, ο Σάκης Σερέφας, ο Τόλης Νικηφόρου και ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης μας ξεναγούν στις προσωπικές τους επιλογές (Περιοδικό parallaxi, τεύχος 196, καλοκαίρι 2014).
 
 
Ιδανικές διακοπές του Τόλη Νικηφόρου
 
 Η σκηνή να έχει στηθεί σ’ ένα χωράφι δίπλα στον χωματόδρομο, πενήντα μέτρα απ’ την αμμουδιά. Τελευταία σε μια μακριά σειρά που αρχίζει λίγο μετά το ψαροχώρι και φτάνει ως τις παρυφές του ιδρύματος που υψώνεται στον μυχό του κόλπου. Να έχουμε κουβαλήσει εδώ με φορτηγό ολόκληρο νοικοκυριό. Κρεβάτια και ντουλάπες, τραπέζι και καρέκλες, κατσαρόλες, τηγάνια, πιάτα, όλα τα κλαμπατσίμπαλα και, φυσικά, λάμπες πετρελαίου για το βράδυ. Η μητέρα μου να μαγειρεύει και να ασχολείται με τη μικρή κι εγώ, εγώ να είμαι ελεύθερο πουλί. Να έχω επιτέλους αποφοιτήσει απ’ το Ανατόλια, να υποτίθεται ότι διαβάζω για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο και ολημέρα να τριγυρίζω στην παραλία με τους συμμαθητές κι όλους τους άλλους. Το χαρτζιλίκι να μου φτάνει, να γυρίζω αργά στη σκηνή, να ξυπνάω αργά και να βαδίζω αργά, νωχελικά, για τον πρωινό μέτριο στο καφενεδάκι. Σφυρίζοντας κεφάτα μες στα χείλη κι ενώ από τις διπλανές σκηνές θα ξεπροβάλλουν κορίτσια ημίγυμνα μέσα στην κάψα του καλοκαιριού.
 
Να φυσάει ένα γλυκό αεράκι κάτω απ’ το υπόστεγο με τα καλάμια και τα χόρτα, η θάλασσα να ψιθυρίζει δίπλα, να ακούγονται τραγούδια απ’ το βραχνό μεγάφωνο. Με σορτάκι και το μαγιό από κάτω, γυμνό το στήθος και ξυπόλυτος, να βλέπω την Ευδοκία, τη Λευκή και τ’ άλλα καραβάκια να έρχονται, να αδειάζουν κόσμο στη σκάλα και να φεύγουν, να βλέπω φίλους να χαμογελάνε, να βλέπω πολύχρωμα φορέματα να ανεμίζουν. Να έχουμε όλη τη μέρα δική μας, όλη τη μέρα. Να παίζουμε τάβλι και χαρτιά, να παίζουμε ποδοσφαιράκι στο λούνα παρκ λίγο παρακάτω, βελάκια και σκοποβολή, να παίζουμε στην αμμουδιά. Ύστερα, ξαφνικά, κάποιος να κάνει μια βουτιά, να αφήνουμε το σορτάκι να πέσει στην άμμο και να ακολουθούμε οι άλλοι, το παιχνίδι να συνεχίζεται μέσα στη θάλασσα.
 
Να είναι εκεί και τα κορίτσια, τα κορίτσια οπωσδήποτε. Πεντέξι απ’ την ακριβώς μικρότερη τάξη να έχουν κατασκηνώσει κοντά στο καφενεδάκι. Να είναι πολύ πιο όμορφες τώρα το καλοκαίρι ή έτσι να μου φαίνονται εμένα. Ε, ναι, να έχει έρθει και η Σιμόνη. Με το σκουφάκι για το μπάνιο στα μαλλάκια, με τα στηθάκια της κι όλα τ’ άλλα, με το χαμόγελό της. Να καθυστερήσω κάπου ένα βράδυ και όταν γυρίσω να βρω όλη την παρέα ξαπλωμένη στην αμμουδιά κάτω απ’ το φεγγάρι, το κάθε αγόρι με το κεφάλι ακουμπισμένο στην αγκαλιά ενός κοριτσιού. «Για μένα αγκαλιά δεν έχει;» να ζηλέψω. «Κάτι θα γίνει και για σένα», να απαντήσει η Σιμόνη. Κι εγώ, μόλις αράξω, πιο πολύ στην άμμο, πιο λίγο στη ζεστή της αγκαλιά, να απλώσω χέρι.
 
Να είναι αυτές οι διακοπές μια διακοπή στην επέλαση του χρόνου, μια σύντομη επιστροφή στην εφηβεία. Τίποτα άλλο να μη σκέφτομαι, τίποτα άλλο να μην έχει σημασία. Όλη η ζωή μου να είναι αυτό το καλοκαίρι στην Αγία Τριάδα.
 
Κάποιο γραφείο τ’ ουρανού παρακαλώ να οργανώσει την απόδραση, για ένα μήνα έστω, μια βδομάδα. Για λίγα πρωινά με την παρέα, λίγα αξέχαστα βράδια στην αμμουδιά με τη Σιμόνη.
Για μια μυρωδιά, μια ηδονική γεύση ελευθερίας.