Επιστολές γνωστών ποιητών και πεζογράφων, ίσως και κριτικών, στον Τόλη Νικηφόρου και επιστολές του ίδιου κατά τον μισό σχεδόν αιώνα της λογοτεχνικής πορείας του ως τώρα. Ακόμη, αναγγελίες εκδηλώσεων, περιγραφές, ανέκδοτα, στιγμιότυπα, ό,τι μπορεί να ενδιαφέρει τον αναγνώστη της λογοτεχνίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.


Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί - η ιστορία ενός ποιήματος



Τις περισσότερες φορές συμβαίνει  χωρίς να το καταλάβω. Απλώς συμβαίνει.  Σαν μια βαθύτερη ανάγκη,  μια παρόρμηση, κάτι εντελώς φυσιολογικό. Χρειάστηκαν μερικές δεκαετίες για να το συνειδητοποιήσω και τότε αφού το είχαν παρατηρήσει και μου το είχαν αναφέρει κάποιοι άλλοι. Σε μελέτες, σε κριτικές, σε επιστολές και σχόλια.
          Υποθέτω ότι ο κάθε ποιητής, και όχι μόνο, έχει τις εμμονές του.   Οι εμμονές αυτές εκφράζονται με λέξεις. Λέξεις όπως κόκκινο και  βαθύ γαλάζιο, επανάσταση, ουτοπία, αγάπη, έρωτας, αθωότητα, μνήμη, απώλεια, θάνατος,  μοναξιά, λέξεις όπως ψυχή και όπως φως. Η δική μου συντριπτικά κυρίαρχη εμμονή είναι η λέξη φως και όλα όσα εκφράζει, όλα όσα σημαίνει.

υπάρχει μέσα μου ένα φως.
καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί
ή ξέφτι απ' το γαλάζιο στο περβάζι σου.
υπάρχει μέσα μου ένα φως
που όλα τα ξέρει
κι όλα τα αισθάνεται,
μοναχικό που ταξιδεύει
απ' την αρχή του χρόνου
που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα
και δεν παραδίδεται
                                     

         Από καιρό ήθελα να μετρήσω πόσες φορές εμφανίζεται η λέξη φως  στις ποιητικές συλλογές  μου και επιτέλους το έκανα τον Ιανουάριο του 2013. Η λέξη φως λοιπόν εμφανίζεται 168 φορές στις 15 ως τότε συλλογές μου, δηλαδή, 11 φορές περίπου σε κάθε συλλογή.  Από τότε εκδόθηκαν δύο ακόμα πρωτότυπες συλλογές μου  με τη λέξη φως να εμφανίζεται  άλλες 37 φορές συνολικά . Φαίνεται  ότι, όσο περνάνε  τα χρόνια,  τόσο πιο έντονη γίνεται η ανάγκη μου για το φως. Στην καταμέτρηση αυτή, μάλιστα, δεν περιλαμβάνονται  τα παράγωγα του φωτός, όπως φωτεινός, πάμφωτος, κατάφωτος, ούτε οι λέξεις που υποδηλώνουν την παρουσία  φωτός, όπως ήλιος, χάραμα, ανατολή. Έφτασα στο σημείο να αποπειραθώ να γράψω ένα ποίημα με τη λέξη φως και μόνο.
          Συνειδητά ή υποσυνείδητα λοιπόν, η λέξη αναδύεται από τη ψυχή μου και παίρνει τη θέση της στο ποίημα. Συχνά βρίσκεται στον τελευταίο στίχο ή και στον τίτλο, κυριαρχεί και καθορίζει το νόημα του ποιήματος. Εναρμονισμένη θα έλεγα με αυτά που πιστεύω για τη θέση και τον προορισμό μου στη λογοτεχνία και στη ζωή.
«Γράφω για να απλώσω ένα χέρι, να ανάψω ένα φως. Γράφω γιατί αυτό είναι το χρέος μου κι ακόμα γράφω για να γεμίσω ένα τεράστιο χάσμα μέσα μου. Ένα κενό, μια απουσία που δεν γεμίζει όσα ποιήματα, όσα βιβλία κι αν γράψω, όση αγάπη κι αν δώσω, όση αγάπη κι αν μου δοθεί. Κι ακόμα γράφω γιατί είμαι ερωτευμένος με τη ζωή και μόνον έτσι μπορώ να νικήσω προσωρινά τον θάνατο»
        Σε προσπάθειά μου αυτογνωσίας, να καταλάβω  δηλαδή πώς και γιατί μου συμβαίνουν όλα αυτά, έγραψα και το παρακάτω ποίημα.

γιατί το φως

υμνώ το φως/ για να εξορκίσω το σκοτάδι/ γιατί πίσω απ' το κόκκινο/ και το βαθύ γαλάζιο/ κυλάει ένα ποτάμι θλίψης            
υμνώ το φως/σαν χάδι στο παιδί// που ακόμα ελπίζει μέσα μου/ σαν κάποια λύτρωση/ απ' τα πολλά μου τραύματα                                                                                                 


υμνώ το φως/ γιατί είμαι πλάσμα του βυθού/ που απώλεσε τον ουρανό/ και τον αναζητά/ και τον επικαλείται απελπισμένα                                                                                                                

υμνώ το φως/ γιατί το φως πηγάζει μέσα μου/ γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα                                                                                                           



Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

Ιστορίες ποιημάτων -: Πιστεύετε στα θαύματα;





Καθόμουν σ’ ένα παγκάκι και έβλεπα την ανθισμένη φύση να απλώνεται  πολύχρωμη  τριγύρω.  Τους θάμνους;, τα δέντρα, τα λουλούδια,  ένα πουλί να σηκώνεται στον αέρα προς την κατεύθυνση του λόφου απέναντι , κάποιες απόμακρες φωνές που υποδήλωναν την ανθρώπινη παρουσία.  Όλα γνωστά, όλα τόσο οικεία, τόσο γαλήνια και όμορφα. Αυτή η γαλήνη έμπαινε μέσα μου και έρεε  στις φλέβες  μου.
              Και ξαφνικά, κάτι σαν να έλαμψε στο μυαλό μου, σαν να φωτίστηκα.  Το κάθε τι ένα τίποτα κι ένα αιώνιο μυστικό, το κάθε τι  ένα τίποτα  και ένα θαύμα, ψιθύρισα εκστατικά.  Βλέπουμε μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων,  η ουσία τους, η βαθύτερη αλήθεια μας διαφεύγει. Όλα όσα συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας είναι αποτέλεσμα εκατομμυρίων, δισεκατομμυρίων ετών εξέλιξης, θαύματα αληθινά.
             Ανακάθισα. Θεωρώ τον εαυτό μου παιδί του Διαφωτισμού, του δυτικού ορθολογισμού.  Οι ρίζες μου όμως είναι στην Ανατολή και με γοητεύει, με εμπνέει και με φλογίζει  το μυστήριο, τα αιώνια μυστικά και θαύματα.  Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια ουσιαστική αντίφαση στο γεγονός αυτό.  Νομίζω ότι απλώς αναγνωρίζω τα όρια της λογικής, της ανθρώπινης διάνοιας.                                                   
           Κατά τη γνώμη μου, η επιστήμη και η τέχνη εναρμονίζονται απόλυτα,  δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν.  Απλώς η επιστήμη έπεται της τέχνης, στην προσπάθεια να αποδείξει εκείνα που ο καλλιτέχνης διαισθάνεται, συλλαμβάνει και αποπειράται να  εκφράσει με τον δικό του τρόπο. Στη μάταια ή έστω ελάχιστα επιτυχημένη αυτή προσπάθεια αναδύονται στο φως μερικά από τα μυστήρια της ζωής, μερικά από τα αιώνια αναπάντητα ερωτήματα.                                                                                            
          Η  επιστήμη ερευνά  και προσπαθεί να αποδείξει με πειράματα εκείνα που είναι βαθιά κρυμμένα στην άγνοια, στις δεισιδαιμονίες  αλλά και  στο μυστήριο, στα μυστικά αρχεία του κόσμου.  Πολλά από   τα θαύματα των προηγούμενων αιώνων έχουν τώρα γίνει απλά επιστημονικά γεγονότα και μάλιστα με πρακτική εφαρμογή από την τεχνολογία. Υπάρχουν όμως και επιστημονικές διαπιστώσεις και αξιώματα που διαψεύστηκαν με την πάροδο του χρόνου.
       Το μυρμήγκι λοιπόν που κατοικεί αυτό τον μικρό πλανήτη σε κάποια απόμερη γωνιά του σύμπαντος είναι προορισμένο να κατακτήσει σταδιακά τη γνώση, την αλήθεια της ύπαρξης και του προορισμού   όλων μας ή μήπως η γνώση αυτή τού είναι απαγορευμένη;  Μήπως ο άνθρωπος αδυνατεί να συλλάβει  έννοιες που τον υπερβαίνουν συντριπτικά; Έπιασα το μολύβι κι έγραψα:  

πιστεύετε στα θαύματα;
ρώτησε το φεγγάρι στο μπαλκόνι μου
σκορπίζοντας ανταύγειες τα μεσάνυχτα
ψιθύρισε η γαρδένια στο περβάζι μου
με το λευκό της άρωμα
απόρησε μες στις πευκοβελόνες το σπουργίτι
ραμφίζοντας τα ψίχουλα του ανέμου
                                                                              
εγώ κι εσείς
κι όλα όσα βλέπετε είναι θαύματα
τους χαμογέλασε δειλά η άνοιξη τριγύρω
και θαύματα όσα ποτέ σας δεν θα δείτε

με θαύματα γεννιέται πάντα και πεθαίνει ο κόσμος
με θαύματα που κρύβονται μέσα στο φως
πριν απ’ το φως
πέρα απ’ το φως

 

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2018

Μαγεμένη ψυχή

Αμέσως μετά την επιστροφή μας από την Αγγλία εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων μου Αλμπατζάλ ή Πώς βούλωσα τα μεγάφωνα,1971, και άλλες δύο συλλογές διηγημάτων το 1973 και το 1976. Η ποίηση όμως φούσκωνε μέσα μου σαν αγριεμένο ποτάμι και απειλούσε να σπάσει τα φράγματα.Αυτό συνέβη λίγο αργότερα, όταν σε διάστημα τεσσάρων ετών (1979-1982) εκδόθηκαν τέσσερις ποιητικές συλλογές μου, με πρώτη τα Αναρχικά, 1979. Ακόμη και τώρα, περίπου 40 χρόνια αργότερα, τα βρίσκω σε διάφορα ιστολόγια και μου ζητάνε τα Αναρχικά από απίθανα μέρη.

Με τη Σοφία είχαμε γνωριστεί το 1966 και, μετά μια βραδινή κουβέντα, στο πάρκο του Λευκού Πύργου, αποφασίσαμε να ζήσουμε μαζί την περιπέτεια της ζωής. Χωρίς βέβαια να φανταζόμαστε πόσο μεγάλη περιπέτεια αυτή θα ήταν. Ως μία πρώτη δόση, στα πρώτα έξι χρόνια της κοινής μας ζωής αλλάξαμε εφτά σπίτια στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στο Λονδίνο και πάλι στη Θεσσαλονίκη και κάναμε δυο γάμους στο Λονδίνο, αρχικά πολιτικό και, λίγο πριν γυρίσουμε στην Ελλάδα της δικτατορίας, θρησκευτικό αλλά εξίσου λιτό κι απέριττο.

Η Σοφία ήταν η περίπου ιδανική σύντροφος για μένα. Καλλιεργημένη, προσγειωμένη και δυναμική, με τους γονείς της πολιτικούς πρόσφυγες στη Ρουμανία, είχε περάσει δια πυρός και σιδήρου για να μεγαλώσει και να σπουδάσει. Με σύγχρονες αντιλήψεις για τη ζωή και την κοινωνία, αργότερα καταξιωμένη δικηγόρος, πάντα με μεγάλη αγάπη στη λογοτεχνία. Και ... μαγεμένη. Λάτρευε το μυθιστόρημα του Ρομαίν Ρολλάν Μαγεμένη ψυχή και έτσι ακριβώς την έβλεπα κι εγώ όταν της έγραψα το πρώτο ποίημα από τα πολλά που της έχω αφιερώσει. 

σ' αγάπησα
σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια
στην άχρωμη επιφάνεια το μπετόν

πίσω από οδοφράγματα σ' αγάπησα
σε συγκεντρώσεις απεργών
σε διαδηλώσεις φοιτητών
στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε ,μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας
είναι γραμμένο τ' όνομά σου
στις προκηρύξεις που μοιράσαμε
στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε
και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

σ' αγάπησα, σύντροφέ μου,
η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου
η αγωνία μου σου ανήκει

Αντιπροσωπευτικό ποίημα της πρώτης περιόδου μου, που διαβάστηκε σε φεστιβάλ νεολαίας. Μπορεί η «κοινωνική ποίηση» να θεωρείται ότι ανήκει στο παρελθόν, ιδίως μετά από τόσες διαψεύσεις, η μαγεμένη ψυχή είναι όμως πάντα δίπλα μου. Να μου κρατάει και να της κρατάω το χέρι. Σε μεγάλο βαθμό χάρη σ' εκείνη νίκησα την κατάθλιψη και επιβίωσα, εγώ που πίστευα πως, αν δεν αυτοκτονήσω, θα πεθάνω σίγουρα πριν τα πενήντα. Χάρη στη συμπαράστασή της, πραγματοποίησα και το τόσο τολμηρό όνειρο της πρώτης εφηβείας μου, να γράψω ένα ράφι βιβλία. Σε μια σχέση απόλυτα ισότιμη με χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στους λογοτεχνικούς κύκλους «η Σοφία είναι η γυναίκα του Τόλη» ενώ στους κύκλους των νομικών «ο Τόλης είναι ο άντρας της Σοφίας».


Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018

Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα

                                                 Θόδωρος Παπαγιάννης, Μάθημα στην τάξη





Πολύ παράξενη αίσθηση, ένα αληθινό μυστήριο! Διερωτάσαι πώς μπορεί να σου συμβαίνει κάτι τέτοιο και δεν υπάρχει απάντηση.  Εννοώ  τη λάμψη από το πουθενά, την ξαφνική παρόρμηση να γράψεις, να γράψεις ένα ποίημα, το ποίημα που σύντομα αναδύεται  περίπου αυτούσιο. Χρειάζεται μόνο μια    ματιά, αφαίρεση δυο-τριών περιττών λέξεων, ίσως μια αντιμετάθεση στίχων, κάτι λίγο τέλος  πάντων ανάλογα με   την περίπτωση. 
         Και μένεις με την αίσθηση ότι κάτι ή κάποιος άλλος σου το έχει υπαγορεύσει και ότι εσύ απλώς το καταχώρισες. Μένεις με  την εκφόρτιση και την εξάντληση, λες και τραβούσες κουπί ώρες ολόκληρες, με μια αίσθηση εκπλήρωσης  και πάντα με την  απορία. Την απορία του διάμεσου, του μέντιουμ ! Μα εσύ δεν πιστεύεις σ’   αυτά τα πράγματα,  ή τουλάχιστον δεν πίστευες.
         Έχει προηγηθεί μια άλλη συνειδητοποίηση βέβαια. Ότι όλα όσα διαθέτεις, η κλίση και οι ικανότητες, τα θετικά αλλά και τα αρνητικά στοιχεία, σού έχουν δοθεί. Κάτι σαν χάρισμα, σαν δωρεά, ίσως και τιμωρία. Και ότι τα θετικά σου δόθηκαν με την απαράβατη εντολή να τα καλλιεργήσεις. Να αφοσιωθείς μια ζωή για να τα αναπτύξεις, να τα αξιοποιήσεις και να δικαιώσεις τη φύση, το οτιδήποτε είναι εκείνο  που σου τα χάρισε. Και να κερδίσεις για ανταμοιβή, μια αίσθηση εκπλήρωσης, την αίσθηση ότι δεν δουλεύεις αλλά δημιουργείς εκείνο  στο οποίο είσαι ταγμένος.             Αν, μάλιστα, στην όλη αυτή πορεία, καταφέρεις να κερδίζεις και το ψωμί μου, κάνοντας αυτό που σου   αρέσει, τότε είσαι πραγματικά τυχερός. Η συνέπειά σου ανταμείβεται με την απαλλαγή σου από τη δουλεία του βιοπορισμού.                                                                                                                     
        Όταν λοιπόν αναγνώρισα  αυτή την αλήθεια βαθιά μέσα μου, την υπαρξιακή αυτή αλήθεια, κάθισα ένα βράδυ στη συνηθισμένη θέση μου, στη γωνιά δίπλα στη μεγάλη βιβλιοθήκη κι έγραψα, σαν έτοιμο από καιρό, το παρακάτω ποίημα.

είμαι όσα μου δόθηκαν

είμαι όσα μου δόθηκαν,
μια στάλα κόκκινο στο απέραντο του μπλε,
ένα ελάχιστο κομμάτι από το τίποτα.
ήχους του κάποτε στον άνεμο σκορπίζω,
με το δικό μου όνομα
γράφω για τον δικό σας πόνο,
που ούτε δικός μου είναι ούτε δικός σας.
δεν είμαι εγώ λοιπόν που σας μιλώ,
γιατί εγώ είμαι όσα μου δόθηκαν,
γιατί εγώ δεν ξέρω καν ποιος είμαι.
τώρα απομένει να επιστρέψω
εκεί που κάποτε ξεκίνησα,
να επιστρέψω εκεί που οφείλω
το εγώ που είμαι
και που ποτέ δεν γνώρισα

        Ένα ακόμη αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης αυτής ήταν να εξαλείψει μέσα μου κάθε ίχνος έπαρσης. Και να εντείνει την αίσθηση του χρέους. Αν πιστεύεις ότι σου δόθηκε κάτι παραπάνω, κάτι ιδιαίτερο, τότε είσαι προνομιούχος. Παρά τα όσα υπέφερες στη ζωή. Και οφείλεις αυτό το προνόμιο  όχι μόνο να εργαστείς σκληρά για να το αξιοποιήσεις αλλά και να το κάνεις κοινό κτήμα. Να το μοιράσεις σε όσο περισσότερους μπορείς.   
          Ο προβληματισμός αυτός συνεχίστηκε υποσυνείδητα τα επόμενα χρόνια.  ενώ αναδυόταν  κατά διαστήματα στην επιφάνεια, κυρίως σε ποιήματα. Αυτή η επίδραση,  η καθοδήγηση, δεν μπορεί παρά να είναι ισόβια. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από          αυτό που σου δόθηκε, να ξεφύγεις από αυτό που είσαι. Έτσι  λοιπόν, μερικά χρόνια αργότερα, η ποιητική μου έκφραση έγινε πιο συγκεκριμένη. Μερικά  χρόνια αργότερα, η συνειδητοποίηση ολοκληρώθηκε με το ποίημα «μια κιμωλία στον μαυροπίνακα».


ξαναδιαβάζω τα ποιήματα μου
χρόνια μετά βυθίζομαι στα χρώματα
στη μουσική των λέξεων
έκθαμβος διακρίνω να αναδύονται
γρίφοι και αινίγματα
εκστατικά φωνήεντα
που θέλγεται το άγνωστο να μου υπαγορεύει

κάπως καλύτερα αναγνωρίζω τώρα
αυτά που γράφει ο δάσκαλος στον μαυροπίνακα
μια κιμωλία εγώ που λιώνει αργά
ανάμεσα στα δάχτυλά του

       
         Ολοκληρώθηκε όταν κατάλαβα ότι , μπορεί να μην πίστευα και να μην τηρούσα το τυπικό καμίας θρησκείας, η ποίηση μου όμως ήταν ένθεη. Δεν ξέρω τι είναι θεός. Πώς μπορεί το ελάχιστον να γνωρίσει το μέγιστο; Ξέρω όμως ότι αυτός ο άγνωστος θεός βρίσκεται μέσα μου, Βρισκόταν μέσα μου από την πρώτη στιγμή της ζωής μου. Και ότι έκφρασή του είναι η αγάπη, η οικουμενική, διαχρονική,  ακατάλυτη αγάπη, αυτή που δημιουργεί όλη την τέχνη, λυτρώνει και δικαιώνει τη μάταιη ατομική μας ύπαρξη.